Χρειάζεται να δίνουμε το μίγμα στις προβατίνες δύο φορές την ημέρα ή μπορούμε να το χορηγούμε μόνο μία; Μια γαλλική δοκιμή του CIIRPO έδειξε ότι, κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες, η μία χορήγηση μπορεί να μειώσει τον χρόνο εργασίας χωρίς να επηρεάσει την ανάπτυξη των αρνιών. Όμως για τις ελληνικές γαλακτοπαραγωγικές εκτροφές υπάρχει μια σημαντική προϋπόθεση: να μη θέσουμε σε κίνδυνο τη λειτουργία της μεγάλης κοιλίας και την παραγωγή γάλακτος.
Σίτιση προβάτων και αιγών σε γαλλική εκτροφή. Ενδεικτική φωτογραφία, όχι από την πειραματική μονάδα CIIRPO. Φωτογραφία: Barry Lewis / Wikimedia Commons, άδεια CC BY 2.0.
Ένα αρνί μπορεί να φτάσει στην πάχυνση φαινομενικά υγιές και λίγες ημέρες αργότερα να παρουσιάσει διάρροια, βήχα ή απώλεια όρεξης. Η μεταφορά, η αλλαγή περιβάλλοντος, η ανάμειξη ζώων και η απότομη αλλαγή διατροφής δημιουργούν μια περίοδο αυξημένου κινδύνου.
Για τον προβατοτρόφο που παχαίνει αρνιά, είτε από το δικό του κοπάδι είτε από άλλες εκτροφές, η σωστή παραλαβή είναι εξίσου σημαντική με το σιτηρέσιο.
Το γαλλικό πρόγραμμα MaiSAgE του Institut de l'Élevage (Idele) έχει μελετήσει τους παράγοντες που επηρεάζουν την υγεία των αρνιών σε μονάδες πάχυνσης.
Με βάση αυτές τις πρακτικές οδηγίες, οργανώνουμε ένα πλάνο παρακολούθησης των πρώτων 21 ημερών. Οι 21 ημέρες δεν αποτελούν υποχρεωτικό ή επιστημονικά καθολικό διάστημα προσαρμογής. Είναι ένα πρακτικό χρονικό πλαίσιο για να μη χαθούν από την προσοχή μας τα προβλήματα των πρώτων εβδομάδων.
Νεαρά αρνιά σε ειδική ταΐστρα. Η εύκολη πρόσβαση στην τροφή είναι σημαντική για την ανάπτυξη. Φωτογραφία: Cat / Wikimedia Commons – CC BY 2.0. Η εικόνα είναι ενδεικτική και δεν προέρχεται από τη γαλλική μελέτη.
Μπορεί να βάζουμε τη σωστή ποσότητα ζωοτροφής στην ταΐστρα και παρ' όλα αυτά ορισμένες προβατίνες να μην τρώνε όσο χρειάζονται. Το πρόβλημα δεν είναι πάντοτε το σιτηρέσιο. Μερικές φορές είναι ο χώρος που διαθέτουν τα ζώα για να τραφούν.
Όταν πολλές προβατίνες προσπαθούν να φάνε ταυτόχρονα από περιορισμένο μήκος ταΐστρας, εμφανίζεται ανταγωνισμός. Οι πιο δυνατές μπορεί να εκτοπίζουν τις μικρότερες, τις πρωτόγεννες ή τα πιο αδύναμα ζώα.
Πόσα εκατοστά ταΐστρας χρειάζεται κάθε προβατίνα; Και πώς υπολογίζουμε αν οι δικές μας ταΐστρες επαρκούν;
Πρόβατα σε κοινή ταΐστρα στη Βόρεια Ιρλανδία.
Kenneth Allen / Geograph / Wikimedia Commons.
Πηγή φωτογραφίας –
CC BY-SA 2.0.
Τα 5 σημαντικότερα για τον χώρο της ταΐστρας
Δεν μετράμε μόνο την τροφή: Ελέγχουμε αν όλα τα ζώα μπορούν να την καταναλώσουν.
Ο τρόπος ταΐσματος έχει σημασία: Η ταυτόχρονη χορήγηση περιορισμένου σιτηρεσίου απαιτεί περισσότερες θέσεις πρόσβασης από τη συνεχή διάθεση τροφής.
Τα 33 και 40 cm είναι ενδεικτικές τιμές: Προέρχονται από συγκεκριμένο γαλλικό σύστημα εκτροφής.
Μετράμε μόνο το πραγματικά προσβάσιμο μήκος: Όχι ολόκληρη την κατασκευή.
Παρατηρούμε τα ζώα: Τα σπρωξίματα και οι συνεχείς εκτοπισμοί μπορεί να αποκαλύψουν πρόβλημα.
1. Γιατί έχει σημασία το μήκος της ταΐστρας;
Σε πολλές ελληνικές εκτροφές οι ζωοτροφές διανέμονται σε συγκεκριμένες ώρες.
Όταν φτάνει η τροφή, πολλές προβατίνες συγκεντρώνονται ταυτόχρονα στην ταΐστρα.
Αν δεν υπάρχει επαρκής χώρος, ορισμένες μπορεί να απομακρύνονται, να περιμένουν ή να καταναλώνουν μικρότερη ποσότητα από αυτή που τους αναλογεί.
Το πρόβλημα μπορεί να είναι εντονότερο όταν:
το συμπύκνωμα δίνεται σε περιορισμένη ποσότητα,
όλα τα ζώα προσπαθούν να τραφούν ταυτόχρονα,
στην ίδια ομάδα υπάρχουν μεγάλες διαφορές μεγέθους,
ορισμένες θέσεις είναι δύσκολα προσβάσιμες,
η τροφή δεν διανέμεται ομοιόμορφα.
Έτσι, ενώ η συνολική ποσότητα μπορεί να είναι σωστή, η πραγματική κατανάλωση δεν είναι απαραίτητα ίδια για όλα τα ζώα.
2. Πόσα εκατοστά ταΐστρας χρειάζεται μια προβατίνα;
Δεν υπάρχει ένας αριθμός κατάλληλος για κάθε φυλή και κάθε μέθοδο διατροφής.
Η απαιτούμενη θέση εξαρτάται από:
το σωματικό μέγεθος των προβατίνων,
την ηλικία και την παραγωγική κατάσταση,
το είδος της ταΐστρας,
το αν τα ζώα τρώνε ταυτόχρονα,
το αν υπάρχει συνεχής πρόσβαση σε ζωοτροφή,
τον ανταγωνισμό μεταξύ των ζώων.
Διαφορετικές τεχνικές οδηγίες χρησιμοποιούν διαφορετικές τιμές ανάλογα με αυτές τις συνθήκες.
3. Τι ακριβώς αναφέρουν οι γαλλικές οδηγίες;
Σε τεχνικό παράδειγμα του γαλλικού δικτύου INOSYS / Institut de l'Élevage, που δημοσιεύτηκε τον Μάρτιο του 2015, περιγράφεται ένα σύστημα εκτροφής 300 θηλυκών προβάτων φυλής Romane.
Το έγγραφο αναφέρει ενδεικτικά:
Κατηγορία ζώων
Χώρος ταΐστρας
Προβατίνα στο τέλος της κύησης
40 cm ανά ζώο
Προβατίνα σε γαλουχία
33 cm ανά ζώο
Σημαντική διευκρίνιση: Οι αριθμοί προέρχονται από συγκεκριμένο γαλλικό σύστημα κρεοπαραγωγικής προβατοτροφίας με φυλή Romane. Δεν αποτελούν γενικό πρότυπο για τις ελληνικές γαλακτοπαραγωγές φυλές.
Δεν πρέπει να θεωρήσουμε ότι κάθε προβατίνα σε γαλουχία χρειάζεται λιγότερο χώρο από μια έγκυο. Η κατάλληλη διάσταση εξαρτάται και από τις συνθήκες ταΐσματος.
4. Τι αναφέρουν άλλες διεθνείς τεχνικές οδηγίες;
Η βρετανική υπηρεσία DAERA αναφέρει, για χειροκίνητη χορήγηση συμπυκνωμένων ζωοτροφών σε εγκυμονούσες προβατίνες, ενδεικτικό χώρο:
45 cm για μεγαλύτερες πεδινές προβατίνες.
30 cm για μικρότερες ορεινές προβατίνες.
Αντίστοιχα, τεχνικό παράδειγμα του Ontario στον Καναδά χρησιμοποιεί περίπου 40,6 cm ανά προβατίνα στο τέλος της κύησης ή στη γαλουχία, όταν όλες οι προβατίνες πρέπει να τρώνε ταυτόχρονα.
Οι διαφορές αυτές δείχνουν γιατί δεν είναι σωστό να εφαρμόζουμε τον ίδιο αριθμό σε όλες τις εκτροφές.
Πρακτικός κανόνας:
Όταν χορηγούμε περιορισμένη ποσότητα συμπυκνωμένου σιτηρεσίου και θέλουμε όλες οι προβατίνες να τρώνε ταυτόχρονα, πρέπει να εξασφαλίζουμε πραγματικά επαρκείς θέσεις για όλες.
Σε μικρόσωμες και μεγαλόσωμες φυλές οι ανάγκες μπορεί να διαφέρουν.
5. Τι διαφορά έχει το ταυτόχρονο τάισμα από την ελεύθερη πρόσβαση;
Δεν λειτουργούν όλα τα συστήματα διατροφής με τον ίδιο τρόπο.
Περιορισμένο σιτηρέσιο σε συγκεκριμένη ώρα
Αν μοιράζουμε συμπύκνωμα σε συγκεκριμένη ποσότητα, τα ζώα συνήθως προσπαθούν να τραφούν μαζί.
Εδώ η έλλειψη θέσεων μπορεί να οδηγήσει σε σημαντικό ανταγωνισμό.
Συνεχής πρόσβαση σε τροφή
Όταν η τροφή διατίθεται συνεχώς, τα ζώα μπορεί να τρέφονται σε διαφορετικές ώρες.
Σε ορισμένα τέτοια συστήματα μπορούν να εφαρμοστούν διαφορετικές αναλογίες χώρου ανά ζώο.
Αυτό όμως προϋποθέτει πραγματική συνεχή διαθεσιμότητα κατάλληλης τροφής και προσεκτική παρακολούθηση του ανταγωνισμού.
Δεν χρησιμοποιούμε τις μικρότερες διαστάσεις ενός συστήματος ελεύθερης πρόσβασης για μια ομάδα που παίρνει περιορισμένη ποσότητα συμπυκνώματος.
6. Πώς υπολογίζουμε το πραγματικό μήκος ταΐστρας;
Ο βασικός υπολογισμός είναι απλός:
Απαιτούμενο προσβάσιμο μήκος = αριθμός προβατίνων × χώρος ανά προβατίνα.
Για παράδειγμα, αν χρησιμοποιήσουμε ως ενδεικτικό σημείο αναφοράς τα 40 cm:
40 cm = 0,40 μέτρα.
Για 50 προβατίνες:
50 × 0,40 = 20 μέτρα.
Πρόκειται για 20 μέτρα πραγματικά προσβάσιμου μετώπου διατροφής.
7. Πίνακας για 50, 100 και 200 προβατίνες
Ο παρακάτω πίνακας δείχνει τη μαθηματική εφαρμογή τριών ενδεικτικών αναλογιών χώρου. Δεν αποτελεί τεχνική μελέτη ή γενική σύσταση για όλες τις ελληνικές φυλές.
Αριθμός ζώων
33 cm/ζώο
40 cm/ζώο
45 cm/ζώο
50
16,5 m
20 m
22,5 m
100
33 m
40 m
45 m
200
66 m
80 m
90 m
Οι διαστάσεις δείχνουν πόσο σημαντική είναι η επιλογή της κατάλληλης αναλογίας ανά ζώο.
Για μια ομάδα 100 προβατίνων, η διαφορά ανάμεσα στα 33 και στα 45 cm είναι 12 μέτρα προσβάσιμης ταΐστρας.
8. Αν η ταΐστρα είναι προσβάσιμη και από τις δύο πλευρές;
Σε ορισμένες εγκαταστάσεις οι προβατίνες μπορούν να τραφούν και από τις δύο πλευρές μιας κεντρικής ταΐστρας.
Σε αυτή την περίπτωση μετράμε χωριστά το πραγματικά προσβάσιμο μήκος κάθε πλευράς.
Παράδειγμα
Έχουμε μια κεντρική ταΐστρα μήκους 10 μέτρων.
Αν τα ζώα μπορούν να τραφούν ανεμπόδιστα και από τις δύο πλευρές, το συνολικό προσβάσιμο μέτωπο μπορεί να είναι:
10 + 10 = 20 μέτρα.
Με ενδεικτική αναλογία 40 cm ανά ζώο, το μήκος αυτό αντιστοιχεί μαθηματικά σε 50 θέσεις.
Ο υπολογισμός ισχύει μόνο εφόσον και οι δύο πλευρές είναι πραγματικά λειτουργικές, επαρκώς προσβάσιμες και κατάλληλες για τα ζώα.
Δεν μετράμε:
τμήματα ταΐστρας πίσω από εμπόδια,
σημεία όπου δεν χωρά να σταθεί προβατίνα,
θέσεις που δεν επιτρέπουν πρόσβαση στην τροφή,
πλευρές που πρακτικά δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν.
9. Πώς καταλαβαίνουμε ότι οι ταΐστρες δεν επαρκούν;
Η παρατήρηση των ζώων κατά τη διανομή της τροφής είναι εξίσου σημαντική με τη μέτρηση του μήκους.
Πιθανά προειδοποιητικά σημάδια είναι:
συνεχή σπρωξίματα μεταξύ των προβατίνων,
ζώα που απομακρύνονται επανειλημμένα,
προβατίνες που περιμένουν να ελευθερωθεί θέση,
έντονος συνωστισμός σε ορισμένα σημεία,
μεγάλη διαφορά σωματικής κατάστασης μέσα στην ομάδα.
Αυτές οι ενδείξεις δεν σημαίνουν απαραίτητα ότι η ταΐστρα είναι μικρή.
Μπορεί να υπάρχουν προβλήματα στον τρόπο διανομής, στην ανάμιξη της τροφής ή στη διαχείριση των ομάδων.
10. Μπορεί μια μεγάλη ταΐστρα να δημιουργεί ανταγωνισμό;
Ναι.
Ακόμη κι αν υπάρχει αρκετό συνολικό μήκος, η τροφή μπορεί να συγκεντρώνεται σε συγκεκριμένα σημεία.
Για παράδειγμα, αν το μεγαλύτερο μέρος του συμπυκνώματος βρίσκεται στη μία άκρη, τα ζώα θα προσπαθούν να συγκεντρωθούν εκεί.
Γι' αυτό χρειάζεται:
ομοιόμορφη διανομή του μίγματος,
σωστή ανάμιξη των συστατικών,
καθαρή ταΐστρα,
απομάκρυνση αλλοιωμένων υπολειμμάτων,
έλεγχος ότι η τροφή είναι προσβάσιμη σε όλο το μήκος.
11. Γιατί χρειάζονται ιδιαίτερη προσοχή οι πρωτόγεννες;
Οι πρωτόγεννες προβατίνες μπορεί να είναι μικρότερες ή λιγότερο ανταγωνιστικές από τα μεγαλύτερα ζώα.
Παράλληλα, εξακολουθούν να έχουν ανάγκες ανάπτυξης και, κατά τη γαλακτοπαραγωγή, αυξημένες διατροφικές απαιτήσεις.
Όταν βρίσκονται στην ίδια ομάδα με μεγαλύτερες και πιο επιθετικές προβατίνες, μπορεί να δυσκολεύονται να εξασφαλίσουν επαρκή πρόσβαση στην τροφή.
Αν παρατηρούμε τέτοιο πρόβλημα, μπορούμε να εξετάσουμε τον χωρισμό τους σε κατάλληλη ομάδα ή άλλες αλλαγές στη διαχείριση.
12. Ποιες άλλες προβατίνες μπορεί να χρειάζονται προσοχή;
Δεν επηρεάζονται όλες οι προβατίνες με τον ίδιο τρόπο από τον ανταγωνισμό.
Ιδιαίτερη παρακολούθηση μπορεί να χρειάζονται:
οι μικρόσωμες προβατίνες,
οι πρωτόγεννες,
ζώα με μειωμένη σωματική κατάσταση,
προβατίνες με περιορισμένη κινητικότητα,
ζώα με προβλήματα υγείας.
Αν ένα ζώο χάνει βάρος ή αποφεύγει την ταΐστρα, δεν αποδίδουμε αυτομάτως το πρόβλημα στον ανταγωνισμό. Χρειάζεται και αξιολόγηση της υγείας του.
13. Τι μπορούμε να διορθώσουμε χωρίς μεγάλη επένδυση;
Πριν κατασκευάσουμε καινούριες ταΐστρες, αξίζει να ελέγξουμε τη λειτουργία της υπάρχουσας εγκατάστασης.
Κατανομή τροφής: Μοιράζουμε το μίγμα ομοιόμορφα.
Πρόσβαση: Απομακρύνουμε εμπόδια από τις θέσεις διατροφής.
Ομάδες: Αποφεύγουμε υπερβολικό αριθμό ζώων σε περιορισμένο χώρο.
Διαχωρισμός: Εξετάζουμε ομάδες ανάλογα με την ηλικία και τις ανάγκες.
Θέσεις: Προσθέτουμε κατάλληλο μέτωπο διατροφής όπου χρειάζεται.
Νερό: Εξασφαλίζουμε επαρκή και εύκολη πρόσβαση στις ποτίστρες.
Οι αλλαγές πρέπει να γίνονται χωρίς να δημιουργούνται νέοι κίνδυνοι συνωστισμού ή τραυματισμών.
14. Παράδειγμα για εκτροφή με 200 προβατίνες
Ας υποθέσουμε ότι μια ομάδα αποτελείται από 200 προβατίνες που λαμβάνουν περιορισμένη ποσότητα συμπυκνωμένου σιτηρεσίου δύο φορές την ημέρα.
Η εγκατάσταση διαθέτει δύο προσβάσιμες γραμμές ταΐσματος μήκους 30 μέτρων η καθεμία.
Το συνολικό μήκος είναι:
30 + 30 = 60 μέτρα.
Ο πραγματικός διαθέσιμος χώρος ανά προβατίνα είναι:
60 / 200 = 0,30 μέτρα, δηλαδή 30 cm.
Αν για τη συγκεκριμένη ομάδα και μέθοδο διατροφής κριθεί κατάλληλη ενδεικτική αναλογία 40 cm, τότε θα απαιτούνταν:
200 × 0,40 = 80 μέτρα.
Η διαφορά θα ήταν 20 επιπλέον μέτρα πραγματικά προσβάσιμου μετώπου διατροφής.
Πριν από οποιαδήποτε κατασκευή, πρέπει να εξεταστούν η φυλή, το σωματικό μέγεθος των ζώων, ο τρόπος διανομής, οι διαθέσιμοι χώροι και η συμπεριφορά του κοπαδιού.
15. Μικρό καθημερινό δελτίο ελέγχου
Ο παρακάτω πίνακας μπορεί να χρησιμοποιηθεί από τον κτηνοτρόφο για να παρατηρεί αν τα ζώα έχουν σωστή πρόσβαση στο σιτηρέσιο.
Ερώτηση
Τι καταγράφουμε
Πόσες προβατίνες έχει η ομάδα;
Αριθμός ζώων
Πόσα μέτρα ταΐστρας χρησιμοποιούνται;
Πραγματικό προσβάσιμο μήκος
Πόσα cm αντιστοιχούν ανά ζώο;
Υπολογισμός
Μπορούν να τραφούν ταυτόχρονα;
Ναι / Όχι / Παρατήρηση
Υπάρχουν επαναλαμβανόμενοι εκτοπισμοί;
Ναι / Όχι
Η τροφή είναι ομοιόμορφα κατανεμημένη;
Ναι / Όχι
Υπάρχουν ζώα που δυσκολεύονται;
Αριθμός και παρατηρήσεις
16. Πέντε λάθη που πρέπει να αποφεύγουμε
Υπολογίζουμε μόνο την ποσότητα τροφής. Δεν εξετάζουμε αν όλα τα ζώα μπορούν να τη φάνε.
Μετράμε ολόκληρη την κατασκευή. Συμπεριλαμβάνουμε μήκος που δεν είναι πραγματικά προσβάσιμο.
Χρησιμοποιούμε την ίδια αναλογία για κάθε σύστημα. Αγνοούμε αν η τροφή χορηγείται περιορισμένα ή συνεχώς.
Αφήνουμε όλο το συμπύκνωμα σε λίγα σημεία. Έτσι αυξάνεται ο ανταγωνισμός.
Δεν παρατηρούμε τις πιο αδύναμες προβατίνες. Μπορεί να υποσιτίζονται παρά την επαρκή συνολική ποσότητα.
Συμπέρασμα
Η σωστή διατροφή δεν εξαρτάται μόνο από το τι βάζουμε στην ταΐστρα, αλλά και από το αν κάθε προβατίνα μπορεί να καταναλώσει την ποσότητα που χρειάζεται.
Τα γαλλικά σημεία αναφοράς των 33 και 40 cm δείχνουν τη σημασία του σωστού σχεδιασμού, αλλά δεν αποτελούν καθολικές διαστάσεις για τις ελληνικές γαλακτοπαραγωγές φυλές.
Το πρώτο πρακτικό βήμα είναι απλό: μετράμε το πραγματικά προσβάσιμο μήκος της ταΐστρας, υπολογίζουμε τον χώρο ανά προβατίνα και παρατηρούμε τη συμπεριφορά των ζώων κατά το τάισμα.
Έτσι μπορούμε να εντοπίσουμε προβλήματα πρόσβασης πριν αποφασίσουμε αν χρειάζονται αλλαγές στην εγκατάσταση.
Οι αριθμοί των 33 και 40 cm προέρχονται από συγκεκριμένο γαλλικό τεχνικό παράδειγμα και δεν αποτελούν ενιαία υποχρεωτική απαίτηση για όλες τις ελληνικές εκτροφές.
Ο κατάλληλος χώρος ταΐστρας πρέπει να αξιολογείται με βάση τη φυλή, το μέγεθος των ζώων, το σιτηρέσιο, τη μέθοδο διανομής και τις πραγματικές συνθήκες πρόσβασης.
Μπορεί να υπάρχει αρκετή τροφή στην ταΐστρα αλλά να μην τρώνε όλες οι προβατίνες αρκετά.
Όταν ο διαθέσιμος χώρος είναι μικρός,
τα πιο δυνατά ζώα φτάνουν πρώτα στην τροφή
και τα πιο ήρεμα ή χαμηλότερης ιεραρχίας
αναγκάζονται να περιμένουν, να τρώνε λιγότερο
ή να καταναλώνουν ό,τι έχει απομείνει.
Πρόβατα σε ταΐστρα στο Monmouthshire της Ουαλίας.
Φωτογραφία: M J Roscoe / Geograph – Wikimedia Commons,
CC BY-SA 2.0.
Πηγή εικόνας
.
Πόσο χώρο χρειάζεται μια προβατίνα;
Δεν υπάρχει ένας αριθμός για κάθε περίπτωση.
Γαλλική αναφορά Idele / Inn'Ovin:
• Προβατίνα σε συντήρηση: περίπου 33 cm.
• Τέλος εγκυμοσύνης: περίπου 40 cm.
• Περίοδος τοκετού: περίπου 40 cm.
• Γαλουχία: περίπου 33 cm.
Όταν δίνουμε περιορισμένη ποσότητα συμπυκνώματος και πρέπει να τρώνε όλες ταυτόχρονα:
οι οδηγίες Teagasc/DAFM χρησιμοποιούν περίπου
40–60 cm ανά προβατίνα,
ανάλογα με το μέγεθος του ζώου.
Άρα:
τα απαιτούμενα εκατοστά εξαρτώνται από
το μέγεθος της προβατίνας, το είδος της τροφής
και αν πρέπει να τρώνε όλα τα ζώα ταυτόχρονα.
Γιατί η ταΐστρα μπορεί να είναι σημαντικότερη από τα τετραγωνικά του στάβλου;
Σε πολλές προβατοτροφικές εγκαταστάσεις
το πρόβλημα δεν είναι τόσο η συνολική επιφάνεια του κελιού,
όσο το μήκος της ταΐστρας.
Η Teagasc επισημαίνει ότι σε αρκετούς στάβλους
ο διαθέσιμος χώρος σίτισης αποτελεί
μεγαλύτερο περιοριστικό παράγοντα από τον χώρο κατάκλισης.
Αν ένα κελί έχει χώρο για 30 προβατίνες στο δάπεδο
αλλά η ταΐστρα επιτρέπει να φάνε ταυτόχρονα μόνο 20,
τότε πρακτικά η εγκατάσταση μπορεί να είναι υπερφορτωμένη
την ώρα που δίνεται το συμπύκνωμα.
Πόσα εκατοστά δίνει το Institut de l'Élevage;
Το γαλλικό εργαλείο Bat'InnOvin,
που βασίζεται στις συστάσεις του δικτύου ειδικών Inn'Ovin,
χρησιμοποιεί:
Κατηγορία
Χώρος ταΐστρας ανά προβατίνα
Συντήρηση
33 cm
Τέλος εγκυμοσύνης
40 cm
Περίοδος τοκετού
40 cm
Γαλουχία
33 cm
Αυτές οι τιμές αποτελούν γαλλικές τεχνικές συστάσεις
για σχεδιασμό εγκαταστάσεων και όχι απόλυτο όριο
για κάθε φυλή και κάθε σύστημα ταΐσματος.
Γιατί άλλες οδηγίες μιλούν για 50 ή ακόμη και 60 cm;
Επειδή δεν περιγράφουν πάντα την ίδια κατάσταση.
Όταν δίνεται περιορισμένη ποσότητα συμπυκνώματος
σε μία συγκεκριμένη ώρα,
το ζητούμενο είναι να μπορούν
όλες οι προβατίνες να φάνε ταυτόχρονα.
Οι ιρλανδικές προδιαγραφές που χρησιμοποιεί η Teagasc
δίνουν για συμπύκνωμα:
Μέγεθος προβατίνας
Χώρος για συμπύκνωμα
Μικρή – περίπου 50 kg
40 cm
Μεσαία – περίπου 70 kg
50 cm
Μεγάλη – περίπου 90 kg
60 cm
Για σανό ή χονδροειδείς ζωοτροφές με συνεχή πρόσβαση,
οι ίδιες οδηγίες χρησιμοποιούν αρκετά μικρότερο χώρο,
περίπου 17,5–20 cm ανά ζώο.
Εδώ βρίσκεται η βασική διαφορά:
Όταν η τροφή υπάρχει συνεχώς διαθέσιμη,
δεν χρειάζεται να βρίσκονται όλες οι προβατίνες
στην ταΐστρα την ίδια στιγμή.
Όταν όμως μοιράζουμε περιορισμένη ποσότητα συμπυκνώματος,
ο ανεπαρκής χώρος δημιουργεί πραγματικό ανταγωνισμό.
Τι συμβαίνει όταν δεν χωράνε όλες;
Η έλλειψη χώρου δεν σημαίνει απλώς λίγη αναστάτωση.
Οι πιο κυρίαρχες προβατίνες μπορούν:
να φτάσουν πρώτες στην τροφή,
να μετακινούν άλλα ζώα,
να καταναλώσουν μεγαλύτερη ποσότητα συμπυκνώματος,
και να περιορίσουν την πρόσληψη των πιο αδύναμων ζώων.
Αυτό δημιουργεί μεγαλύτερη ανομοιομορφία μέσα στην ομάδα.
Ποια ζώα χάνουν πρώτα;
Συνήθως μεγαλύτερο κίνδυνο έχουν:
μικρότερες ή νεότερες προβατίνες,
ζώα χαμηλότερης κοινωνικής ιεραρχίας,
αδύνατες προβατίνες,
ζώα με χωλότητα,
και προβατίνες που δεν μπορούν να διεκδικήσουν εύκολα θέση.
Έτσι είναι δυνατόν να έχουμε
αρκετή συνολική ποσότητα τροφής για το κελί
αλλά όχι σωστή κατανομή μεταξύ των ζώων.
Γιατί είναι ιδιαίτερα κρίσιμο πριν τον τοκετό;
Στο τέλος της εγκυμοσύνης οι ανάγκες αυξάνονται,
ενώ η χωρητικότητα της κοιλιάς για τροφή περιορίζεται.
Μια προβατίνα που επανειλημμένα χάνει μέρος
της συμπυκνωμένης τροφής λόγω συνωστισμού
μπορεί να μην προσλαμβάνει την ενέργεια
που θεωρούμε ότι της δίνουμε στο χαρτί.
Η Teagasc συνδέει την ανεπαρκή πρόσληψη
στο τέλος της εγκυμοσύνης με αυξημένο κίνδυνο για:
χαμηλή σωματική κατάσταση,
τοξιναιμία εγκυμοσύνης,
υπασβεστιαιμία,
ασθενέστερα αρνιά,
και χαμηλότερη παραγωγή γάλακτος μετά τον τοκετό.
Ένα πολύ απλό τεστ στον στάβλο
Την επόμενη φορά που θα δώσετε συμπύκνωμα,
μην κοιτάξετε μόνο αν «έπεσε η τροφή».
Σταθείτε απέναντι από το κελί και ελέγξτε:
Μπορούν όλες οι προβατίνες να βάλουν το κεφάλι στην ταΐστρα;
Υπάρχουν ζώα που περιφέρονται πίσω από τις άλλες χωρίς θέση;
Υπάρχουν συνεχείς σπρωξιές;
Κάποιες προβατίνες εγκαταλείπουν γρήγορα την προσπάθεια;
Ένα μέρος της ομάδας τρώει αφού έχουν τελειώσει οι υπόλοιπες;
Αν συμβαίνουν αυτά,
ο συνολικός αριθμός εκατοστών πιθανότατα δεν επαρκεί
για τον τρόπο σίτισης που χρησιμοποιείται.
Πώς υπολογίζουμε πόσες προβατίνες χωράει η ταΐστρα;
Ο υπολογισμός είναι απλός.
Συνολικό ωφέλιμο μήκος ταΐστρας ÷ απαιτούμενα cm ανά ζώο
= μέγιστος αριθμός προβατίνων
Παράδειγμα
Έχουμε διαθέσιμο ωφέλιμο μήκος:
12 μέτρα = 1.200 cm.
Αν χρησιμοποιήσουμε 50 cm ανά προβατίνα:
1.200 ÷ 50 = 24 προβατίνες
Άρα ένα κελί με 30 προβατίνες
δεν επιτρέπει σε όλες να φάνε ταυτόχρονα
με αυτή την απαίτηση χώρου.
Μην μετράτε όλο το μήκος ως ωφέλιμο
Γωνίες, κολώνες, πόρτες και άλλα εμπόδια
μπορούν να μειώνουν το πραγματικά χρησιμοποιήσιμο μήκος.
Η Teagasc προτείνει ειδικά στις διαμπερείς ταΐστρες
να αφαιρείται περίπου 60 cm από το διαθέσιμο μήκος
για κάθε γωνία, επειδή εκεί η πρόσβαση περιορίζεται.
Άρα:
Μη μετράτε απλώς τον τοίχο με μια μεζούρα.
Μετρήστε τον χώρο στον οποίο πραγματικά
μπορεί να σταθεί και να φάει ένα πρόβατο.
Τι μπορούμε να κάνουμε αν δεν υπάρχει αρκετός χώρος;
Μειώνουμε τον αριθμό ζώων στο κελί.
Χωρίζουμε το κελί σε μικρότερες ομάδες.
Προσθέτουμε δεύτερη γραμμή ταΐστρας.
Χρησιμοποιούμε διαμπερείς ταΐστρες όπου το επιτρέπει η εγκατάσταση.
Τροφοδοτούμε από δύο πλευρές όταν αυτό μπορεί να γίνει με ασφάλεια.
Ανασχεδιάζουμε τις ομάδες ώστε μικρότερα ή αδύναμα ζώα να μην ανταγωνίζονται πολύ μεγαλύτερα.
Χώρος ταΐστρας και ομαδοποίηση πάνε μαζί
Η δημιουργία μικρότερων και πιο ομοιόμορφων ομάδων
δεν βοηθά μόνο στη διατροφή ανά επίπεδο παραγωγής.
Μπορεί επίσης να μειώσει:
τις διαφορές μεγέθους,
τον ανταγωνισμό,
και τον αριθμό των ζώων που διεκδικούν την ίδια θέση.
Δεν αρκεί να υπολογίζουμε πόσα κιλά τροφής χρειάζεται το κοπάδι.
Πρέπει να ελέγχουμε αν κάθε προβατίνα μπορεί πράγματι να φτάσει σε αυτά.
Ο σωστός χώρος στην ταΐστρα εξαρτάται από
το βάρος των ζώων, την κατηγορία τους,
το είδος της τροφής και κυρίως από το αν
η τροφή προσφέρεται περιορισμένα ή είναι διαθέσιμη συνεχώς.
Ιδιαίτερα όταν μοιράζεται συμπύκνωμα,
το απλό μέτρημα της ταΐστρας μπορεί να αποκαλύψει
ένα πρόβλημα που μέχρι τότε φαινόταν
σαν «χαμηλή όρεξη» ή «αδύναμες προβατίνες».
Δεν χρειάζονται όλες οι γαλακτοπαραγωγές προβατίνες το ίδιο σιτηρέσιο.
Σε ένα κοπάδι μπορεί την ίδια ημέρα μία προβατίνα να δίνει 2 λίτρα γάλα
και μια άλλη λιγότερο από 1 λίτρο. Αν όμως τρώνε ακριβώς την ίδια ποσότητα
συμπυκνώματος, είναι πιθανό η μία να μην καλύπτει τις ανάγκες της
και η άλλη να παίρνει περισσότερη τροφή από αυτή που μπορεί να αξιοποιήσει.
Προβατίνες γαλακτοπαραγωγής φυλής Lacaune στη Γαλλία.
Φωτογραφία: Deviers.fabien / Wikimedia Commons.
Πηγή εικόνας και άδεια χρήσης
.
Το βασικό:
Η ομαδοποίηση έχει μεγαλύτερο νόημα όταν το κοπάδι παρουσιάζει
μεγάλες διαφορές στη γαλακτοπαραγωγή
και χρησιμοποιούνται σημαντικές ποσότητες συμπυκνωμένων ζωοτροφών.
Στόχος δεν είναι να «κόψουμε τροφή» από τις χαμηλές παραγωγές,
αλλά να προσαρμόσουμε καλύτερα την ποσότητα και την ποιότητα
του σιτηρεσίου στις πραγματικές ανάγκες κάθε ομάδας.
Προσοχή:
αν μειωθεί υπερβολικά η τροφοδοσία της χαμηλότερης ομάδας,
η οικονομία στο συμπύκνωμα μπορεί να πληρωθεί με
απώλεια γάλακτος ή σωματικής κατάστασης.
Γιατί ένα ενιαίο σιτηρέσιο μπορεί να κοστίζει;
Σε ένα ομοιόμορφο κοπάδι η διαχείριση είναι σχετικά απλή.
Στην πράξη όμως οι προβατίνες διαφέρουν σημαντικά ως προς:
την ημερήσια γαλακτοπαραγωγή,
το στάδιο της γαλακτικής περιόδου,
τον αριθμό ημερών μετά τον τοκετό,
τη σωματική κατάσταση,
την ηλικία,
και τη δυνατότητα πρόσληψης τροφής.
Όταν όλες λαμβάνουν την ίδια ποσότητα συμπυκνώματος,
το σιτηρέσιο συνήθως σχεδιάζεται ώστε να καλύπτει
μια μέση ή σχετικά υψηλή παραγωγή.
Αυτό μπορεί να σημαίνει ότι οι χαμηλότερης παραγωγής προβατίνες
λαμβάνουν περισσότερη συμπληρωματική τροφή από αυτή που χρειάζονται,
ενώ οι κορυφαίες παραγωγές μπορεί να εξακολουθούν να μην καλύπτονται.
Τι σημαίνει ομαδοποίηση ανά παραγωγή;
Η πιο απλή μορφή είναι ο χωρισμός του κοπαδιού
σε δύο ή τρεις ομάδες, για παράδειγμα:
Ομάδα
Χαρακτηριστικά
Στόχος διατροφής
Υψηλή παραγωγή
Οι προβατίνες με τις μεγαλύτερες αποδόσεις
Κάλυψη αυξημένων αναγκών χωρίς περιορισμό παραγωγής
Μέση παραγωγή
Το μεγαλύτερο μέρος του κοπαδιού
Ισορροπημένη παροχή ενέργειας και πρωτεΐνης
Χαμηλότερη παραγωγή
Ζώα σε πιο προχωρημένο στάδιο γαλακτικής περιόδου ή χαμηλότερης απόδοσης
Τα όρια δεν πρέπει να είναι ίδια για κάθε μονάδα.
Εξαρτώνται από τη μέση παραγωγή,
την ποιότητα των χονδροειδών ζωοτροφών
και το σύστημα εκτροφής.
Υπάρχει πραγματική οικονομία;
Ναι, όταν το κοπάδι είναι αρκετά ανομοιογενές.
Το Institut de l'Élevage αναφέρει αποτελέσματα
του γαλλικού προγράμματος Casdar AUTELO,
στο οποίο εφαρμόστηκε διατροφική προσαρμογή
σε τρεις ομάδες γαλακτοπαραγωγής.
Σε περίοδο 92 ημερών καταγράφηκαν:
8 kg λιγότερο συμπύκνωμα ανά ενήλικη προβατίνα,
και ταυτόχρονα περίπου 3 λίτρα περισσότερο γάλα.
Το σημαντικό δεν είναι τα 8 kg ως απόλυτος αριθμός.
Το αποτέλεσμα δείχνει ότι η καλύτερη στόχευση της τροφής
μπορεί σε συγκεκριμένο σύστημα να μειώσει τη σπατάλη
χωρίς να μειώσει την παραγωγή.
Πότε αξίζει περισσότερο;
Η ομαδοποίηση έχει μεγαλύτερη πιθανότητα να αποδώσει όταν:
υπάρχει μεγάλη διαφορά παραγωγής μεταξύ ζώων,
το συμπύκνωμα αποτελεί σημαντικό μέρος του κόστους,
υπάρχουν αξιόπιστα στοιχεία γαλακτομέτρησης,
υπάρχει δυνατότητα χωριστών χώρων ή διαφορετικής χορήγησης συμπυκνώματος,
και τα ζώα μπορούν να μετακινούνται μεταξύ ομάδων όταν αλλάζει η παραγωγή τους.
Κάθε πότε πρέπει να αλλάζουν ομάδα οι προβατίνες;
Η γαλακτοπαραγωγή δεν παραμένει σταθερή.
Μετά την κορυφή της γαλακτικής περιόδου
η παραγωγή συνήθως μειώνεται σταδιακά.
Για αυτό η ομάδα ενός ζώου δεν πρέπει να θεωρείται μόνιμη.
Το Institut de l'Élevage αναφέρει ότι
η διατροφική προσαρμογή μπορεί να επανεξετάζεται
περίπου κάθε μήνα,
ανάλογα με την εξέλιξη της παραγωγής.
Σε εκμεταλλεύσεις με συχνότερη γαλακτομέτρηση
μπορεί να χρησιμοποιηθεί μικρότερο διάστημα,
αν αυτό είναι πρακτικά διαχειρίσιμο.
Το μεγαλύτερο λάθος: υπερβολικό «κόψιμο» στη χαμηλή ομάδα
Η χαμηλότερη γαλακτοπαραγωγή δεν σημαίνει ότι μια προβατίνα
δεν χρειάζεται πλέον επαρκή ενέργεια, πρωτεΐνη και ίνες.
Αν η ποσότητα συμπυκνώματος μειωθεί πολύ απότομα ή υπερβολικά,
μπορεί να έχουμε:
μεγαλύτερη πτώση γάλακτος από την αναμενόμενη,
απώλεια σωματικής κατάστασης,
ανεπαρκή κάλυψη πρωτεϊνικών αναγκών,
και χειρότερη προετοιμασία για την επόμενη αναπαραγωγική περίοδο.
Για αυτό η ίδια η γαλλική τεχνική σύσταση προειδοποιεί
να μην περιορίζονται υπερβολικά οι λιγότερο παραγωγικές προβατίνες.
Πρέπει να κοιτάμε μόνο τα λίτρα γάλακτος;
Όχι.
Για σωστή ομαδοποίηση αξίζει να συνεκτιμώνται:
η γαλακτοπαραγωγή,
οι ημέρες γαλακτικής περιόδου,
η σωματική κατάσταση,
η ηλικία και η υγεία,
και, όπου υπάρχουν δεδομένα, η σύσταση του γάλακτος.
Παράδειγμα:
Μία προβατίνα που δίνει λιγότερο γάλα επειδή βρίσκεται
στο τέλος της γαλακτικής περιόδου δεν είναι ίδια περίπτωση
με μία προβατίνα που έπεσε απότομα σε παραγωγή
λόγω μαστίτιδας ή ανεπαρκούς πρόσληψης τροφής.
Πώς ξεκινάμε χωρίς να κάνουμε το σύστημα πολύπλοκο;
Για τις περισσότερες μονάδες δεν χρειάζονται
πέντε ή έξι διαφορετικές ομάδες.
Ένα απλό πρώτο βήμα μπορεί να είναι:
Καταγραφή της γαλακτοπαραγωγής.
Χωρισμός σε δύο ομάδες: υψηλότερη και χαμηλότερη παραγωγή.
Έλεγχος της μέσης παραγωγής κάθε ομάδας.
Προσαρμογή του συμπυκνώματος με βάση το πραγματικό σιτηρέσιο.
Νέα αξιολόγηση μετά από μερικές εβδομάδες.
Και αν δεν μπορώ να χωρίσω φυσικά το κοπάδι;
Σε σύγχρονες εγκαταστάσεις μπορεί να γίνει
«εικονική» ομαδοποίηση,
με διαφορετική χορήγηση συμπυκνώματος
μέσω αυτόματων συστημάτων ή κατά την άμελξη.
Το γαλλικό παράδειγμα AUTELO χρησιμοποίησε
ακριβώς τέτοια λογική, με διαφορετική παροχή
χωρίς να απαιτείται μόνιμος φυσικός χωρισμός όλων των ζώων.
Πριν μειώσετε το συμπύκνωμα
Η ποσότητα δεν πρέπει να αλλάζει μόνο επειδή
μια προβατίνα πέρασε σε άλλη ομάδα.
Πρέπει πρώτα να γνωρίζουμε:
την ποιότητα του σανού ή του ενσιρώματος,
την ξηρά ουσία,
την πρωτεΐνη,
την ενεργειακή αξία,
και την πραγματική πρόσληψη.
Για αυτό η
ανάλυση ζωοτροφών
είναι βασικό εργαλείο πριν από λεπτές αλλαγές στο σιτηρέσιο.
Η ομαδοποίηση δεν έχει στόχο να ταΐσουμε λιγότερο.
Έχει στόχο να ταΐσουμε πιο σωστά.
Όταν η παραγωγή μέσα στο κοπάδι έχει μεγάλες διαφορές,
η ίδια ποσότητα συμπυκνώματος σε όλες τις προβατίνες
μπορεί να σημαίνει ταυτόχρονα σπατάλη σε ορισμένα ζώα
και ανεπαρκή κάλυψη σε άλλα.
Η απλή ομαδοποίηση σε δύο ή τρία επίπεδα,
με τακτική επανεκτίμηση,
μπορεί να αποτελέσει έναν από τους πιο πρακτικούς τρόπους
μείωσης του κόστους διατροφής χωρίς να κυνηγάμε
τυφλά φθηνότερες ζωοτροφές.
Η ουρία στο πρόβειο γάλα μπορεί να δώσει πολύ χρήσιμες πληροφορίες
για το αν η πρωτεΐνη του σιτηρεσίου αξιοποιείται αποτελεσματικά.
Μια αυξημένη τιμή όμως δεν σημαίνει απλώς «πολλή πρωτεΐνη»
και μια χαμηλή δεν αποδεικνύει από μόνη της έλλειψη.
Για να έχει πραγματική αξία πρέπει να εξετάζεται μαζί με
την παραγωγή γάλακτος, την ποιότητα του σιτηρεσίου,
την ενέργεια, το στάδιο γαλακτοπαραγωγής και την εικόνα του κοπαδιού.
Κοπάδι προβάτων Lacaune στο Causse Méjean, Lozère, Γαλλία.
Φωτογραφία: Myrabella / Wikimedia Commons.
Πηγή εικόνας και άδεια χρήσης
.
Γρήγορη απάντηση
Η ουρία του γάλακτος είναι ένας πρακτικός
δείκτης του μεταβολισμού του αζώτου.
Όταν αυξάνεται, μπορεί να υποδηλώνει ότι:
χορηγείται περισσότερη πρωτεΐνη από αυτή που αξιοποιείται,
η πρωτεΐνη της τροφής αποδομείται γρήγορα στη μεγάλη κοιλία,
ή δεν υπάρχει επαρκής διαθέσιμη ενέργεια τη σωστή στιγμή ώστε το άζωτο να χρησιμοποιηθεί από τα μικρόβια της μεγάλης κοιλίας.
Δεν διορθώνουμε όμως το σιτηρέσιο μόνο από έναν αριθμό ουρίας.
Τι είναι η ουρία στο γάλα;
Όταν το πρόβατο καταναλώνει πρωτεΐνη, μέρος της διασπάται
στη μεγάλη κοιλία. Από αυτή τη διαδικασία παράγεται αμμωνία.
Τα μικρόβια της μεγάλης κοιλίας μπορούν να χρησιμοποιήσουν
αυτό το άζωτο για να συνθέσουν μικροβιακή πρωτεΐνη,
αρκεί να έχουν διαθέσιμη και την κατάλληλη ποσότητα ενέργειας.
Όταν παράγεται περισσότερο άζωτο από αυτό που μπορεί να χρησιμοποιηθεί,
η περίσσεια αμμωνίας μετατρέπεται κυρίως στο ήπαρ σε
ουρία.
Η ουρία κυκλοφορεί στο αίμα και ένα μέρος της περνά στο γάλα.
Γιατί ενδιαφέρει τον προβατοτρόφο;
Η συγκέντρωση ουρίας στο γάλα μπορεί να χρησιμοποιηθεί
ως ένα επιπλέον εργαλείο για να αξιολογηθεί
η σχέση πρωτεΐνης και διαθέσιμης ενέργειας στο σιτηρέσιο.
Σε πειράματα με γαλακτοπαραγωγές προβατίνες έχει βρεθεί
σαφής θετική σχέση ανάμεσα στην περιεκτικότητα της δίαιτας
σε ακατέργαστη πρωτεΐνη και στην ουρία του γάλακτος.
Όσο αυξανόταν η πρωτεΐνη του σιτηρεσίου,
αυξανόταν γενικά και η ουρία στο γάλα.
Υψηλή ουρία: σημαίνει ότι δίνω υπερβολική πρωτεΐνη;
Μπορεί, αλλά όχι πάντα.
Μια υψηλή τιμή μπορεί να εμφανιστεί όταν:
η συνολική πρωτεΐνη του σιτηρεσίου είναι μεγαλύτερη από τις ανάγκες,
υπάρχει μεγάλη ποσότητα γρήγορα αποδομήσιμης πρωτεΐνης,
το χορτάρι ή η βοσκή είναι πολύ πλούσια σε άζωτο,
λείπει συγχρονισμένη διαθέσιμη ενέργεια στη μεγάλη κοιλία,
η σχέση ενεργειακών και πρωτεϊνούχων ζωοτροφών δεν είναι σωστά ισορροπημένη.
Το κρίσιμο σημείο:
Η υψηλή ουρία δεν σημαίνει υποχρεωτικά ότι η λύση είναι
«κόβω τη σόγια».
Πρέπει πρώτα να γνωρίζουμε τι πρωτεΐνη δίνει ολόκληρο το σιτηρέσιο,
πόσο αποδομήσιμη είναι και πόση ζυμώσιμη ενέργεια υπάρχει διαθέσιμη.
Τι σχέση έχει η ενέργεια;
Τα μικρόβια της μεγάλης κοιλίας χρειάζονται ταυτόχρονα
άζωτο και ενέργεια.
Αν υπάρχει πολύ διαθέσιμο άζωτο αλλά ανεπαρκής κατάλληλη ενέργεια,
ένα μεγαλύτερο μέρος του αζώτου δεν αξιοποιείται για μικροβιακή πρωτεΐνη.
Αυτός είναι ο λόγος που η ουρία δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται
αποκλειστικά ως «μέτρηση πρωτεΐνης».
Μελέτες σε γαλακτοπαραγωγές προβατίνες δείχνουν ότι
η πηγή και η διαθεσιμότητα των υδατανθράκων μπορούν επίσης
να επηρεάζουν την ουρία του γάλακτος.
Υπάρχει φυσιολογική τιμή ουρίας στο πρόβειο γάλα;
Δεν υπάρχει ένας αριθμός που να μπορεί να χρησιμοποιηθεί
ως απόλυτο όριο για κάθε φυλή, σύστημα εκτροφής,
εργαστήριο και στάδιο γαλακτοπαραγωγής.
Στη διεθνή βιβλιογραφία για γαλακτοπαραγωγές προβατίνες
χρησιμοποιούνται συχνά τιμές γύρω στα
35 mg/dL ως χρήσιμο σημείο αναφοράς,
όχι όμως ως καθολικό «φυσιολογικό όριο».
Σε πειραματικές δίαιτες έχουν καταγραφεί αρκετά χαμηλότερες
ή υψηλότερες συγκεντρώσεις ανάλογα με την πρόσληψη πρωτεΐνης
και το σιτηρέσιο.
Προσοχή στις μονάδες.
Το εργαστήριο μπορεί να αναφέρει ουρία ή άζωτο ουρίας γάλακτος
(MUN – Milk Urea Nitrogen).
Δεν είναι ο ίδιος αριθμός.
Πριν συγκρίνετε αποτελέσματα από διαφορετικά εργαστήρια,
ελέγξτε ακριβώς ποια παράμετρο και ποιες μονάδες χρησιμοποιούν.
Γιατί δεν πρέπει να κοιτάμε μία μόνο προβατίνα;
Η ουρία μπορεί να επηρεαστεί από:
το στάδιο της γαλακτοπαραγωγής,
το επίπεδο παραγωγής,
την πρόσληψη τροφής πριν τη δειγματοληψία,
την υγεία του μαστού,
την ώρα και τον τρόπο δειγματοληψίας,
και τη μέθοδο που χρησιμοποιεί το εργαστήριο.
Για αυτό έχει συνήθως μεγαλύτερη πρακτική αξία
η τάση του κοπαδιού σε διαδοχικές μετρήσεις
παρά η απομόνωση μιας μεμονωμένης μέτρησης ενός ζώου.
Ένα πρακτικό παράδειγμα
Ας υποθέσουμε ότι σε ένα κοπάδι:
η ουρία του γάλακτος ανεβαίνει σταθερά,
η ποσότητα γάλακτος δεν βελτιώνεται,
και το σιτηρέσιο περιέχει ακριβές πρωτεϊνούχο συμπλήρωμα.
Η σωστή αντίδραση δεν είναι να αφαιρεθεί αυθαίρετα
ένα κιλό ή ένα ποσοστό σόγιας.
Πρώτα ελέγχονται:
η πραγματική ακατέργαστη πρωτεΐνη των ζωοτροφών,
η ξηρά ουσία,
η ενεργειακή πυκνότητα,
η ποσότητα που πραγματικά τρώνε οι προβατίνες,
το στάδιο γαλακτοπαραγωγής,
και η παραγωγή γάλακτος.
Εδώ αποκτά μεγάλη αξία μια
ανάλυση ζωοτροφών,
επειδή διαφορετικές παρτίδες μηδικής, ενσιρώματος ή συμπυκνώματος
μπορούν να έχουν πολύ διαφορετική πραγματική σύσταση.
Μπορεί να μειωθεί η ουρία χωρίς να πέσει το γάλα;
Ναι, εφόσον το πρόβλημα είναι η αναποτελεσματική χρήση
πλεονάζοντος αζώτου.
Σε πρόσφατη μελέτη σε γαλακτοπαραγωγές προβατίνες,
η μείωση της πρωτεΐνης της δίαιτας από 17% σε 15%
μείωσε σημαντικά την ουρία χωρίς να προκαλέσει μείωση
της γαλακτοπαραγωγής στις συγκεκριμένες πειραματικές συνθήκες.
Αυτό όμως δεν αποτελεί γενική συνταγή 15%
για κάθε ελληνικό κοπάδι.
Η ουρία του πρόβειου γάλακτος είναι εργαλείο και όχι διάγνωση.
Μπορεί να μας δείξει ότι αξίζει να ψάξουμε περισσότερο
την αξιοποίηση της πρωτεΐνης και την ισορροπία του σιτηρεσίου,
αλλά δεν πρέπει να οδηγεί μόνη της σε αλλαγές.
Η μεγαλύτερη αξία της προκύπτει όταν συνδυάζεται με
ανάλυση ζωοτροφών, πραγματική πρόσληψη, γαλακτοπαραγωγή,
σύσταση γάλακτος και επαναλαμβανόμενες μετρήσεις του κοπαδιού.
Μια παρτίδα καλαμποκιού μπορεί να φαίνεται απολύτως φυσιολογική και παρ' όλα αυτά να περιέχει αφλατοξίνες. Όταν μια προβατίνα καταναλώσει ζωοτροφή μολυσμένη με αφλατοξίνη B1, μέρος της μπορεί να μεταβολιστεί σε αφλατοξίνη M1 και να εμφανιστεί στο γάλα. Πρόκειται για έναν κίνδυνο που ξεκινά από την τροφή και μπορεί να επηρεάσει την ασφάλεια του παραγόμενου πρόβειου γάλακτος.
Κόκκοι καλαμποκιού. Η φωτογραφία δεν απεικονίζει μολυσμένη ζωοτροφή.
Φωτογραφία: Rasbak /
Wikimedia Commons.
Άδεια:
CC BY-SA 3.0.
Χωρίς επεξεργασία.
Τι είναι οι αφλατοξίνες;
Οι αφλατοξίνες είναι μυκοτοξίνες, δηλαδή τοξικές ουσίες που παράγονται από ορισμένους μύκητες, κυρίως του γένους Aspergillus.
Η αφλατοξίνη B1 μπορεί να εμφανιστεί σε καλαμπόκι και άλλες πρώτες ύλες ζωοτροφών, όταν οι συνθήκες κατά την καλλιέργεια, τη συγκομιδή ή την αποθήκευση ευνοούν την ανάπτυξη των κατάλληλων μυκήτων και την παραγωγή τοξινών.
Το ιδιαίτερο πρόβλημα στις γαλακτοπαραγωγικές εκμεταλλεύσεις είναι ότι η αφλατοξίνη B1 που καταναλώνεται με την τροφή μπορεί να μεταβολιστεί στον οργανισμό του ζώου και μέρος της να αποβληθεί με το γάλα ως αφλατοξίνη M1.
Με απλά λόγια:
Μολυσμένη ζωοτροφή με αφλατοξίνη B1 → κατανάλωση από την προβατίνα → μεταβολισμός στον οργανισμό → πιθανή παρουσία αφλατοξίνης M1 στο γάλα.
Γιατί αφορά ιδιαίτερα το πρόβειο γάλα;
Η Ελλάδα διαθέτει σημαντική παραγωγή πρόβειου γάλακτος, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο για άμεση εμπορία όσο και για την παρασκευή τυροκομικών προϊόντων.
Επομένως, ένα πρόβλημα στις ζωοτροφές μπορεί να έχει συνέπειες όχι μόνο για τη μονάδα αλλά και για την ασφάλεια της πρώτης ύλης που παραδίδεται στο τυροκομείο ή στη γαλακτοβιομηχανία.
Η αφλατοξίνη M1 δεν μπορεί να αναγνωριστεί από τη γεύση, τη μυρωδιά ή το χρώμα του γάλακτος. Ακόμη και γάλα που φαίνεται φυσιολογικό μπορεί να χρειάζεται εργαστηριακό έλεγχο.
Η μεταφορά αφλατοξίνης από τη ζωοτροφή στο γάλα έχει μελετηθεί και σε πρόβατα. Η ποσότητα που μεταφέρεται επηρεάζεται από παράγοντες όπως η έκθεση του ζώου, η γαλακτοπαραγωγή και τα χαρακτηριστικά της εκτροφής.
Ποια είναι τα ευρωπαϊκά όρια;
Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει θεσπίσει ανώτατα επιτρεπτά επίπεδα αφλατοξινών για συγκεκριμένες κατηγορίες τροφίμων και ζωοτροφών.
Προϊόν
Αφλατοξίνη
Ανώτατο επίπεδο
Νωπό γάλα
M1
0,050 μg/kg
Πρώτες ύλες ζωοτροφών, όπως καλαμπόκι
B1
0,020 mg/kg
Σύνθετες ζωοτροφές για γαλακτοπαραγωγά πρόβατα
B1
0,005 mg/kg
Πηγές: Κανονισμός (ΕΕ) 2023/915 για τα τρόφιμα και Οδηγία 2002/32/ΕΚ για τις ανεπιθύμητες ουσίες στις ζωοτροφές. Τα όρια των ζωοτροφών εκφράζονται για περιεκτικότητα υγρασίας 12%. Άλλες κατηγορίες ζωοτροφών ενδέχεται να υπάγονται σε διαφορετικά όρια.
Προσοχή στις μονάδες: το μg είναι μικρογραμμάριο, ενώ το mg είναι χιλιοστόγραμμο. Ένα χιλιοστόγραμμο αντιστοιχεί σε 1.000 μικρογραμμάρια.
Τα παραπάνω είναι ανώτατα κανονιστικά επίπεδα και όχι στόχοι που πρέπει να πλησιάζει ο παραγωγός. Η πρόληψη αποσκοπεί στον περιορισμό της έκθεσης όσο είναι εφικτό.
Μπορεί να φαίνεται καθαρό το καλαμπόκι και να είναι μολυσμένο;
Ναι. Η απουσία ορατής μούχλας δεν αποδεικνύει ότι μια παρτίδα είναι απαλλαγμένη από αφλατοξίνες.
Αντίστοιχα, η παρουσία μούχλας δεν αποδεικνύει από μόνη της την παρουσία συγκεκριμένης αφλατοξίνης. Αποτελεί όμως σοβαρό προειδοποιητικό σημάδι.
Οι αφλατοξίνες μπορεί να κατανέμονται ανομοιόμορφα μέσα σε μια παρτίδα. Για τον λόγο αυτό η σωστή δειγματοληψία είναι εξίσου σημαντική με την εργαστηριακή ανάλυση.
Σημαντικό: Δεν αρκεί να αφαιρέσουμε τους εμφανώς μουχλιασμένους κόκκους. Ούτε η συνηθισμένη θερμική επεξεργασία εγγυάται την απομάκρυνση των αφλατοξινών.
Πέντε πρακτικά μέτρα πρόληψης στη μονάδα
1. Αγορά ζωοτροφών με ιχνηλασιμότητα
Προτιμούμε προμηθευτές που μπορούν να τεκμηριώσουν την προέλευση και την παρτίδα των ζωοτροφών.
Όταν απαιτείται ή υπάρχει αυξημένος κίνδυνος, ζητάμε κατάλληλα αποτελέσματα ελέγχων για αφλατοξίνη B1.
2. Σωστή αποθήκευση
Το καλαμπόκι και τα μίγματα πρέπει να αποθηκεύονται σε καθαρούς, στεγνούς χώρους, προστατευμένους από βροχή, εισροή νερού και συμπύκνωση υγρασίας.
Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζονται οι γωνίες αποθηκών, τα σιλό, οι παλέτες και τα σημεία όπου παραμένει παλιό υλικό.
3. Τακτικός έλεγχος των αποθεμάτων
Ελέγχουμε για υγρασία, συσσωματώσεις, ασυνήθιστη οσμή, αλλοίωση, έντομα και σημάδια εισροής νερού.
Τα σημάδια αυτά δεν αποτελούν διάγνωση αφλατοξινών, αλλά δικαιολογούν περαιτέρω έλεγχο.
4. Δεν αναμειγνύουμε ύποπτες παρτίδες
Αν μια παρτίδα είναι ύποπτη ή έχει διαπιστωθεί υπέρβαση των επιτρεπτών ορίων, δεν την αναμειγνύουμε με καθαρή ζωοτροφή για να μειώσουμε τη συγκέντρωση της τοξίνης.
Η αραίωση μη συμμορφούμενων ζωοτροφών δεν αποτελεί αποδεκτή λύση.
5. Κρατάμε απλό αρχείο αγορών
Καταγράφουμε ημερομηνία αγοράς, προμηθευτή, είδος ζωοτροφής, ποσότητα και αριθμό παρτίδας.
Έτσι, αν προκύψει πρόβλημα, μπορούμε να εντοπίσουμε γρήγορα ποια τροφή χρησιμοποιήθηκε και σε ποια ζώα.
Τι κάνω αν βρεθεί αφλατοξίνη M1 στο γάλα μου;
Ένα εργαστηριακό αποτέλεσμα που δείχνει παρουσία αφλατοξίνης M1 χρειάζεται προσεκτική αξιολόγηση. Η ανίχνευση δεν σημαίνει αυτομάτως υπέρβαση του νόμιμου ορίου, αλλά κάθε υπέρβαση απαιτεί άμεση αντιμετώπιση.
Αν το αποτέλεσμα δείχνει υπέρβαση του ανώτατου επιτρεπτού επιπέδου:
Επικοινωνούμε άμεσα με τον αγοραστή γάλακτος, τον υπεύθυνο ποιοτικού ελέγχου και τον κτηνίατρο.
Δεν διαθέτουμε μη συμμορφούμενο γάλα για ανθρώπινη κατανάλωση ή μεταποίηση και ακολουθούμε τις οδηγίες των αρμόδιων αρχών για τη διαχείρισή του.
Ελέγχουμε τις ζωοτροφές που καταναλώθηκαν τις προηγούμενες ημέρες, ιδιαίτερα καλαμπόκι και σύνθετα μίγματα.
Απομονώνουμε ύποπτες παρτίδες και δεν συνεχίζουμε τη χρήση τους μέχρι να αξιολογηθεί η καταλληλότητά τους.
Οργανώνουμε κατάλληλη δειγματοληψία και εργαστηριακό έλεγχο ζωοτροφών και γάλακτος, σύμφωνα με τις οδηγίες των αρμόδιων επαγγελματιών και αρχών.
Για τον Έλληνα κτηνοτρόφο: Αν προκύψει πρόβλημα σε παραδιδόμενο γάλα, η πρώτη πρακτική κίνηση είναι η άμεση επικοινωνία με τον αγοραστή ή το τυροκομείο και τον κτηνίατρο. Η επαναδιάθεση γάλακτος δεν αποφασίζεται μόνο επειδή αλλάξαμε ζωοτροφή. Χρειάζεται τεκμηριωμένη συμμόρφωση και τήρηση των ισχυουσών διαδικασιών.
Μειώνεται η αφλατοξίνη αν αλλάξουμε ζωοτροφή;
Η διακοπή της έκθεσης σε μολυσμένη ζωοτροφή αποτελεί βασικό μέτρο αντιμετώπισης.
Η συγκέντρωση αφλατοξίνης M1 στο γάλα μπορεί να μειωθεί μετά την απομάκρυνση της πηγής B1, αλλά ο χρόνος και ο βαθμός μείωσης δεν είναι ίδιοι σε όλες τις περιπτώσεις.
Για αυτό δεν πρέπει να θεωρούμε ότι το γάλα είναι αυτομάτως κατάλληλο την επόμενη ημέρα. Η καταλληλότητα πρέπει να επιβεβαιώνεται με τις προβλεπόμενες διαδικασίες.
Τι ζητάμε από τον προμηθευτή ζωοτροφών;
Προέλευση και αριθμό παρτίδας.
Στοιχεία ιχνηλασιμότητας.
Διαθέσιμα αποτελέσματα ελέγχων για αφλατοξίνη B1, όπου απαιτούνται ή δικαιολογούνται από τον κίνδυνο.
Πληροφορίες για τις συνθήκες αποθήκευσης.
Δυνατότητα άμεσης αναγνώρισης και ανάκλησης προβληματικής παρτίδας.
Η οργανωμένη παρακολούθηση των ζωοτροφών δεν αφορά μόνο μεγάλες μονάδες. Ακόμη και ένα απλό αρχείο σε τετράδιο ή υπολογιστή μπορεί να βοηθήσει σημαντικά.
Το συμπέρασμα
Η ασφάλεια του πρόβειου γάλακτος ξεκινά πριν από το άρμεγμα. Ξεκινά από την επιλογή των ζωοτροφών, τις συνθήκες αποθήκευσης και τον έλεγχο των παρτίδων.
Το καλαμπόκι αποτελεί χρήσιμη πρώτη ύλη στη διατροφή των προβάτων, αλλά χρειάζεται σωστή διαχείριση. Δεν είναι κάθε παρτίδα επικίνδυνη, ούτε μπορεί να διαπιστωθεί η παρουσία αφλατοξινών μόνο με οπτική εξέταση.
Η πρόληψη, η ιχνηλασιμότητα και ο εργαστηριακός έλεγχος όπου απαιτείται προστατεύουν τον παραγωγό, τη μονάδα και την ποιότητα του γάλακτος.
Το άρθρο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και δεν αντικαθιστά κτηνιατρική συμβουλή, εργαστηριακή διάγνωση ή τις οδηγίες των αρμόδιων αρχών. Τα κανονιστικά όρια πρέπει να ελέγχονται στην εκάστοτε ισχύουσα ενοποιημένη νομοθεσία.
Το πιο ακριβό λάθος πριν από τον χειμώνα δεν είναι να αγοράσουμε ακριβή ζωοτροφή, αλλά να ανακαλύψουμε αργά ότι δεν έχουμε αρκετή. Ένας απλός προϋπολογισμός ζωοτροφών βοηθά τον κτηνοτρόφο να ξέρει από τώρα πόσες ημέρες μπορεί να καλύψει το κοπάδι του και πότε πρέπει να αγοράσει συμπληρωματική τροφή.
Πρόβατα σε ταΐστρα με σανό. Φωτογραφία: Philip Halling / Geograph Britain and Ireland / Wikimedia Commons.
Άδεια: CC BY-SA 2.0.
Πηγή εικόνας.
Τι πρέπει να υπολογίσουμε:
1. Πόσα ζώα έχουμε.
2. Για πόσες ημέρες θέλουμε κάλυψη.
3. Πόση τροφή καταναλώνει κάθε κατηγορία ζώων.
4. Πόσο σανό, άχυρο, ενσίρωμα και συμπύκνωμα έχουμε πραγματικά.
5. Πόση βοσκή μπορεί ρεαλιστικά να χρησιμοποιηθεί.
6. Ένα απόθεμα ασφαλείας τουλάχιστον 10–15%.
Δεν είναι ίδιος ο χειμώνας για όλα τα ελληνικά κοπάδια
Στην Ελλάδα δεν υπάρχει ένα ενιαίο σύστημα. Άλλο κοπάδι συνεχίζει καθημερινή βοσκή σχεδόν όλο τον χειμώνα, άλλο μπαίνει μέσα μόνο τις βραδινές ώρες και άλλο βασίζεται κυρίως σε αποθηκευμένες ζωοτροφές. Γι’ αυτό δεν έχει νόημα να αντιγράψουμε ένα ξένο «χειμερινό πρόγραμμα» με συγκεκριμένο αριθμό ημερών σταβλισμού.
Η σωστή λογική είναι να χωρίσουμε το κοπάδι σε κατηγορίες και να υπολογίσουμε τις ημέρες που κάθε κατηγορία θα χρειάζεται πραγματική συμπληρωματική διατροφή.
Για παράδειγμα, αν 100 προβατίνες χρειάζονται κατά μέσο όρο 1,5 kg ξηρού σανού την ημέρα για 60 ημέρες, η θεωρητική ανάγκη είναι 9.000 kg ή 9 τόνοι. Στην πράξη πρέπει να προστεθούν απώλειες από διανομή, πάτημα, υγρασία και υπολείμματα.
Τρία ελληνικά σενάρια
1. Κοπάδι που συνεχίζει βοσκή
Σε περιοχές με διαθέσιμη χειμερινή βοσκή, ο αποθηκευμένος χονδροειδής καρπός λειτουργεί περισσότερο ως ασφάλεια. Η κατανάλωση δεν είναι σταθερή κάθε ημέρα: αυξάνεται σε παγετό, συνεχόμενες βροχές, χιόνι ή όταν πέφτει η θρεπτική αξία του βοσκοτόπου.
2. Μερικός σταβλισμός
Πολλά ελληνικά κοπάδια βόσκουν όταν το επιτρέπει ο καιρός και συμπληρώνονται στο στάβλο. Εδώ ο προϋπολογισμός πρέπει να περιλαμβάνει και «κακές ημέρες», γιατί 10–15 συνεχόμενες ημέρες χωρίς ουσιαστική βοσκή μπορούν να αδειάσουν γρήγορα μια μικρή αποθήκη.
3. Εντατική γαλακτοπαραγωγική μονάδα
Σε μονάδες που στηρίζονται περισσότερο σε ενσίρωμα, σανό και συμπυκνώματα, ο υπολογισμός πρέπει να είναι πολύ πιο ακριβής. Η ποσότητα δεν αρκεί· πρέπει να γνωρίζουμε και την ποιότητα, γιατί κακής ποιότητας χονδροειδής τροφή αυξάνει την ανάγκη για ακριβότερο συμπύκνωμα.
Μην υπολογίζουμε μόνο τις προβατίνες
Στον προϋπολογισμό πρέπει να μπουν ξεχωριστά:
οι ξηρές προβατίνες,
οι γαλακτοπαραγωγές,
οι νεαρές αντικαταστάτριες,
τα αρνιά που παραμένουν στη μονάδα,
οι κριοί.
Οι ανάγκες τους δεν είναι ίδιες. Αν χρησιμοποιήσουμε μία μέση τιμή για ολόκληρο το κοπάδι, μπορεί να υποτιμήσουμε σημαντικά τις πραγματικές ανάγκες.
Πόση τροφή έχουμε πραγματικά;
Μετράμε τα δέματα ή τις ποσότητες και όχι «περίπου». Στα μεγάλα δέματα έχει σημασία το πραγματικό βάρος. Δύο μπάλες ίδιου μεγέθους μπορεί να διαφέρουν αρκετά σε κιλά και ξηρά ουσία.
Για ενσίρωμα, το νωπό βάρος δεν είναι αρκετό. Όσο πιο υγρό είναι, τόσο μικρότερο ποσοστό πραγματικής ξηράς ουσίας περιέχει. Για αυτό ο πιο ασφαλής σχεδιασμός γίνεται με ανάλυση ή τουλάχιστον με ρεαλιστική εκτίμηση της ξηράς ουσίας.
Βάζουμε πάντα απόθεμα ασφαλείας
Ένα πρόγραμμα που «βγαίνει ακριβώς» στα χαρτιά δεν είναι ασφαλές. Υπάρχουν απώλειες, ημέρες με κακό καιρό, μεγαλύτερη κατανάλωση και πιθανές καθυστερήσεις στις αγορές.
Πρακτικός κανόνας:
Αφού υπολογίσουμε τις ανάγκες, προσθέτουμε τουλάχιστον 10–15% απόθεμα ασφαλείας. Σε απομακρυσμένες περιοχές ή μονάδες που εξαρτώνται πλήρως από αγοραζόμενες ζωοτροφές, το περιθώριο μπορεί να χρειάζεται να είναι μεγαλύτερο.
Πότε συμφέρει να αγοράσουμε;
Αν από τον προϋπολογισμό φαίνεται έλλειμμα, είναι καλύτερο να το γνωρίζουμε τον Οκτώβριο παρά τον Ιανουάριο. Η βιαστική αγορά σε περίοδο έλλειψης περιορίζει τις επιλογές, αυξάνει το μεταφορικό κόστος και συχνά μας αναγκάζει να πάρουμε ό,τι υπάρχει διαθέσιμο.
Το συμπέρασμα
Ο προϋπολογισμός ζωοτροφών δεν είναι λογιστική άσκηση. Είναι ένας απλός τρόπος να αποφύγουμε ακριβές αγορές της τελευταίας στιγμής και απότομες αλλαγές στο σιτηρέσιο. Μετράμε ζώα, ημέρες, πραγματικά αποθέματα και πιθανή βοσκή και προσθέτουμε ένα λογικό περιθώριο ασφαλείας.
Μπορεί να έχουμε αρκετό ενσίρωμα για όλο τον χειμώνα και παρ’ όλα αυτά να πληρώνουμε ακριβά το σιτηρέσιο. Ο λόγος είναι απλός: η ποσότητα δεν λέει τίποτα για την πραγματική θρεπτική αξία. Ένα καλό ενσίρωμα μπορεί να μειώσει την ανάγκη για συμπύκνωμα, ενώ ένα φτωχό μπορεί να μας αναγκάσει να αγοράσουμε περισσότερη ακριβή τροφή.
Πρόβατα τρώνε haylage. Φωτογραφία: Helen Wilkinson / Geograph Britain and Ireland / Wikimedia Commons.
Άδεια: CC BY-SA 2.0.
Πηγή εικόνας.
Το λάθος: «έχω τόσες μπάλες, άρα είμαι καλυμμένος»
Δύο παρτίδες ενσιρώματος μπορεί να διαφέρουν πολύ σε πεπτικότητα, πρωτεΐνη, ξηρά ουσία και ενεργειακή αξία. Σε ευρωπαϊκά προγράμματα παρακολούθησης έχουν καταγραφεί διαφορές κοντά στις 10 ποσοστιαίες μονάδες στην πεπτικότητα ακόμη και ανάμεσα σε παρτίδες της ίδιας εκμετάλλευσης.
Αυτό σημαίνει ότι ένα σιτηρέσιο που είναι σωστό για την καλύτερη παρτίδα μπορεί να είναι ανεπαρκές όταν αρχίσουμε να ταΐζουμε τη χειρότερη.
Γιατί η πεπτικότητα έχει τόσο μεγάλη σημασία
Όσο πιο εύπεπτη είναι η χονδροειδής τροφή, τόσο περισσότερη ενέργεια μπορεί να πάρει το ζώο από κάθε κιλό που καταναλώνει. Παράλληλα συνήθως αυξάνεται και η εθελοντική κατανάλωση.
Σε πειραματικά δεδομένα με προβατίνες, κάθε αύξηση περίπου 5 ποσοστιαίων μονάδων στην πεπτικότητα του ενσιρώματος συνδέθηκε με καλύτερη σωματική κατάσταση των προβατίνων στον τοκετό και με αύξηση περίπου 0,25 kg στο βάρος γέννησης των αρνιών. Τα αρνιά ήταν κατά μέσο όρο σχεδόν 1 kg βαρύτερα στον απογαλακτισμό.
Δεν μεταφέρουμε αυτόματα τους αριθμούς σε κάθε ελληνική μονάδα.
Τα πειραματικά αποτελέσματα δείχνουν την κατεύθυνση: όσο καλύτερη είναι η χονδροειδής τροφή, τόσο μικρότερη είναι συνήθως η πίεση για συμπληρωματικό συμπύκνωμα. Το ακριβές αποτέλεσμα εξαρτάται από φυλή, στάδιο παραγωγής και συνολικό σιτηρέσιο.
Τι κοιτάμε σε μια ανάλυση ενσιρώματος
Ξηρά ουσία: πόσο πραγματικό θρεπτικό υλικό υπάρχει μέσα στο νωπό προϊόν.
Πεπτικότητα / ενεργειακή αξία: πόσο αξιοποιήσιμη είναι η τροφή.
Ακατέργαστη πρωτεΐνη: κρίσιμη ιδιαίτερα σε υψηλές ανάγκες.
pH και ποιότητα ζύμωσης: αν η ενσίρωση εξελίχθηκε σωστά.
Ίνες: επηρεάζουν κατανάλωση και λειτουργία της μεγάλης κοιλίας.
Τι μπορούμε να δούμε χωρίς εργαστήριο
Η εργαστηριακή ανάλυση είναι η ασφαλέστερη λύση, αλλά υπάρχουν σημάδια που πρέπει να μας προβληματίσουν:
έντονη μυρωδιά αλλοίωσης ή σήψης,
ορατή μούχλα,
υπερθέρμανση μετά το άνοιγμα,
μεγάλη παρουσία χώματος,
πολύ υγρό υλικό με μεγάλες απώλειες υγρών,
έντονη ανομοιομορφία από μπάλα σε μπάλα.
Η καλή μυρωδιά και η ωραία εμφάνιση όμως δεν μπορούν να μας πουν την ενεργειακή αξία με ακρίβεια.
Δεν έχουν όλες οι μπάλες την ίδια αξία
Αν έχουμε πρώιμη και όψιμη κοπή ή διαφορετικά χωράφια, κρατάμε τις παρτίδες χωριστά. Την καλύτερη ποιότητα την αξιοποιούμε στις ομάδες με τις μεγαλύτερες ανάγκες, όπως οι γαλακτοπαραγωγές προβατίνες ή τα ζώα σε απαιτητικό παραγωγικό στάδιο.
Η πιο φτωχή παρτίδα μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε ζώα χαμηλότερων αναγκών, εφόσον είναι υγιεινά ασφαλής.
Πότε η ανάλυση πληρώνει τα λεφτά της
Αν το ενσίρωμα αποτελεί βασικό μέρος του χειμερινού σιτηρεσίου, μια ανάλυση μπορεί να είναι πολύ φθηνότερη από εβδομάδες υπερβολικής χρήσης συμπυκνώματος. Μπορεί επίσης να προλάβει το αντίθετο λάθος: να νομίζουμε ότι το ενσίρωμα είναι καλύτερο από όσο πραγματικά είναι και να υποσιτίζουμε παραγωγικά ζώα.
Συμπέρασμα
Δεν αγοράζουμε και δεν αποθηκεύουμε απλώς κιλά. Αποθηκεύουμε θρεπτική αξία. Για αυτό το σωστό ερώτημα δεν είναι μόνο «πόσο ενσίρωμα έχω;», αλλά «τι ενσίρωμα έχω και σε ποια ζώα θα το δώσω;».
Το ίδιο σιτηρέσιο σε όλες τις προβατίνες είναι εύκολο στη διαχείριση, αλλά συχνά ακριβό και λανθασμένο. Μια ξηρά προβατίνα, μια γαλακτοπαραγωγός και μια προβατίνα με δίδυμα σε προχωρημένη κύηση έχουν εντελώς διαφορετικές ανάγκες.
Προβατίνα Jacob με αρνί σε ταΐστρα. Φωτογραφία: Just chaos / Wikimedia Commons.
Άδεια: CC BY 2.0.
Πηγή εικόνας.
Η βασική αρχή
Δεν ταΐζουμε «το κοπάδι». Ταΐζουμε ομάδες ζώων με παρόμοιες ανάγκες. Όσο μεγαλύτερη είναι η παραγωγική διαφορά μέσα στην ίδια ομάδα, τόσο μεγαλύτερη είναι η πιθανότητα κάποια ζώα να τρώνε περισσότερο από όσο χρειάζονται και άλλα λιγότερο.
1. Ξηρές προβατίνες
Οι προβατίνες χαμηλών αναγκών μπορούν να αξιοποιήσουν καλής ποιότητας χονδροειδή τροφή χωρίς να χρειάζονται πάντα μεγάλες ποσότητες συμπυκνώματος. Η υπερβολική διατροφή σε αυτή τη φάση αυξάνει το κόστος και μπορεί να οδηγήσει σε υπερβολική σωματική κατάσταση.
2. Προβατίνες σε προχωρημένη κύηση
Τις τελευταίες εβδομάδες της κύησης η ανάπτυξη των εμβρύων επιταχύνεται και ο διαθέσιμος χώρος στη μεγάλη κοιλία μειώνεται. Οι ανάγκες σε ενέργεια και πρωτεΐνη αυξάνονται, ενώ το ζώο δεν μπορεί πάντα να αυξήσει ανάλογα την ποσότητα χονδροειδούς τροφής που καταναλώνει.
Εδώ η ποιότητα της τροφής γίνεται πολύ πιο σημαντική.
3. Μονόδυμα, δίδυμα και τρίδυμα
Μια προβατίνα που κυοφορεί τρία αρνιά δεν έχει τις ίδιες ανάγκες με μία που κυοφορεί ένα. Σε πειραματικά σιτηρέσια, τα ζώα με μονόδυμο χρειάζονται λιγότερο συμπύκνωμα, ενώ τα τρίδυμα περισσότερο.
Όπου υπάρχει υπερηχογράφημα εγκυμοσύνης, η ομαδοποίηση ανά αριθμό εμβρύων επιτρέπει πολύ καλύτερη στόχευση της διατροφής.
4. Γαλακτοπαραγωγές προβατίνες
Μετά τον τοκετό οι ανάγκες αλλάζουν απότομα. Η παραγωγή γάλακτος απαιτεί πολύ περισσότερη ενέργεια και πρωτεΐνη, ιδιαίτερα σε υψηλοπαραγωγές φυλές και προβατίνες με δίδυμα.
Αν μια γαλακτοπαραγωγός τρώει το ίδιο με μια ξηρά προβατίνα, το πιθανότερο είναι ότι η μία θα υποσιτίζεται ή η άλλη θα υπερσιτίζεται.
5. Αδύνατες και παχιές προβατίνες
Η σωματική κατάσταση πρέπει να μπαίνει στην εξίσωση. Αδύνατα ζώα μπορεί να χρειάζονται ξεχωριστή ενίσχυση, ενώ ζώα σε υπερβολική κατάσταση δεν πρέπει να «τιμωρούνται» με απότομη και επικίνδυνη στέρηση, αλλά να διαχειρίζονται έγκαιρα και σταδιακά.
Η πιο απλή πρακτική ομαδοποίηση
Ακόμη και χωρίς πολύπλοκο σύστημα, μια μονάδα μπορεί να κερδίσει αν δημιουργήσει 3–4 ομάδες:
ζώα χαμηλών αναγκών / ξηρές,
ζώα σε προχωρημένη κύηση,
γαλακτοπαραγωγές υψηλών αναγκών,
αδύνατα ή ειδικής διαχείρισης ζώα.
Γιατί η ομαδοποίηση μειώνει το κόστος
Όταν το καλύτερο σανό, το καλύτερο ενσίρωμα και το ακριβότερο συμπύκνωμα δίνονται μόνο στα ζώα που πραγματικά τα χρειάζονται, μειώνεται η σπατάλη.
Παράλληλα μειώνεται ο κίνδυνος χαμηλής παραγωγής, απώλειας σωματικού βάρους και μεταβολικών προβλημάτων σε ζώα υψηλών αναγκών.
Η ποιότητα της χονδροειδούς τροφής αλλάζει τα πάντα
Η ποσότητα συμπυκνώματος που χρειάζεται μια προβατίνα εξαρτάται έντονα από την ποιότητα του σανού ή του ενσιρώματος. Για αυτό δεν είναι σωστό να χρησιμοποιείται ένας σταθερός αριθμός κιλών συμπυκνώματος ανεξάρτητα από τη βάση του σιτηρεσίου.
Το απλό μήνυμα:
Δίνουμε την καλύτερη και ακριβότερη τροφή στα ζώα με τις μεγαλύτερες ανάγκες. Δεν είναι οικονομία να ταΐζουμε λίγο την υψηλοπαραγωγό προβατίνα και δεν είναι οικονομία να ταΐζουμε πολύ ένα ζώο που δεν το χρειάζεται.
Συμπέρασμα
Η ομαδοποίηση των προβατίνων είναι από τις πιο απλές κινήσεις που μπορούν να βελτιώσουν ταυτόχρονα την παραγωγή και το κόστος. Δεν χρειάζεται πάντα πολύπλοκος εξοπλισμός. Χρειάζεται να γνωρίζουμε ποια ζώα έχουν υψηλές ανάγκες και να σταματήσουμε να αντιμετωπίζουμε το κοπάδι σαν μία ομοιόμορφη ομάδα.
Δεν είναι όλες οι μπάλες ενσιρώματος κατάλληλες για τα πρόβατα, ακόμη κι αν εξωτερικά μοιάζουν ίδιες. Η παρουσία χώματος, η είσοδος αέρα και η κακή συντήρηση αυξάνουν τον κίνδυνο αλλοίωσης και ανεπιθύμητων μικροοργανισμών.
Η Teagasc επισημαίνει ότι όταν χώμα καταλήγει στο ενσίρωμα, αυξάνεται ο κίνδυνος να εκτεθούν τα πρόβατα σε μικρόβια όπως η Listeria. Η λιστερίωση είναι σοβαρό νόσημα και μπορεί να εμφανιστεί με νευρολογικά συμπτώματα ή προβλήματα αναπαραγωγής. Η διάγνωση ανήκει στον κτηνίατρο.
Η AHDB αναφέρει επίσης ότι η επιμόλυνση από χώμα μπορεί να σχετίζεται με κλωστηρίδια, κολοβακτηριοειδή, σαλμονέλα και μύκητες.
Τι ελέγχουμε πριν ανοίξουμε μια μπάλα
Αν το πλαστικό έχει τρύπες ή φθορές.
Αν υπάρχουν εμφανείς περιοχές μούχλας ή αλλοιωμένου υλικού.
Αν η μπάλα έχει λερωθεί με χώμα ή έχει αποθηκευτεί σε ακατάλληλες συνθήκες.
Αν υπάρχουν ασυνήθιστη οσμή ή μεγάλες ανομοιομορφίες στην υφή.
Αν η ποιότητα έχει επιβεβαιωθεί με ανάλυση, ιδιαίτερα όταν θα χορηγηθεί σε ευαίσθητες ομάδες.
Προσοχή: Η απουσία ορατής μούχλας δεν αποδεικνύει ότι το ενσίρωμα είναι ασφαλές. Αν υπάρχουν ενδείξεις αλλοίωσης, δεν το δίνουμε στο κοπάδι χωρίς αξιολόγηση.
Ποιες ομάδες θέλουν περισσότερη προσοχή
Οι έγκυες προβατίνες και τα ζώα με αυξημένες διατροφικές απαιτήσεις δεν πρέπει να βασίζονται σε ενσίρωμα αμφίβολης ποιότητας. Η θρεπτική αξία και η υγιεινή του υλικού είναι δύο διαφορετικά ζητήματα: μια τροφή μπορεί να έχει αποδεκτή ενέργεια αλλά να μην είναι κατάλληλη από υγειονομική άποψη.
Τι μπορούμε να κάνουμε από σήμερα
Ξεχωρίζουμε τις μπάλες με εμφανείς φθορές και δεν τις αναμειγνύουμε με τις υπόλοιπες.
Ελέγχουμε και επισκευάζουμε εγκαίρως ζημιές στη συσκευασία των κλειστών δεμάτων.
Δεν προσπαθούμε να «σώσουμε» εμφανώς αλλοιωμένο ενσίρωμα ανακατεύοντάς το με καλή τροφή.
Ζητούμε ανάλυση όταν η ποιότητα ή η ασφάλεια είναι αμφίβολη.
Το βασικό: Η απώλεια μιας προβληματικής μπάλας κοστίζει λιγότερο από ένα υγειονομικό πρόβλημα σε ολόκληρη ομάδα ζώων.
Αν εμφανιστούν ασυνήθιστα συμπτώματα μετά από αλλαγή παρτίδας ζωοτροφής, διακόπτουμε τη χορήγηση της ύποπτης παρτίδας και επικοινωνούμε άμεσα με τον κτηνίατρο.
Το ενσίρωμα είναι ένας τρόπος να κρατήσουμε τη θρεπτική αξία μιας χλωρής ζωοτροφής για μήνες, χωρίς να χρειάζεται να την αποξηράνουμε όπως τον σανό. Αν γίνει σωστά, μπορεί να αποτελέσει πολύτιμη χειμερινή τροφή για τα πρόβατα. Αν γίνει λάθος, μπορεί να χάσει μεγάλο μέρος της αξίας του ή ακόμη και να γίνει ακατάλληλο για κατανάλωση.
Το βασικό είναι να καταλάβουμε ότι το ενσίρωμα δεν είναι ένα συγκεκριμένο φυτό. Είναι μέθοδος συντήρησης.
Πρόβατα που τρώνε ενσίρωμα στο Baltasound, Shetland Islands, Σκωτία.
Φωτογραφία: Mike Pennington / Geograph Britain and Ireland / Wikimedia Commons –
CC BY-SA 2.0
.
Τι είναι το ενσίρωμα
Το ενσίρωμα παράγεται όταν χλωρή φυτική μάζα αποθηκεύεται σε συνθήκες με όσο το δυνατόν λιγότερο οξυγόνο.
Μέσα σε αυτές τις συνθήκες αναπτύσσονται κυρίως βακτήρια γαλακτικού οξέος, τα οποία μετατρέπουν τα διαθέσιμα σάκχαρα του φυτού σε οργανικά οξέα.
Καθώς πέφτει το pH, περιορίζεται η ανάπτυξη ανεπιθύμητων μικροοργανισμών και η ζωοτροφή μπορεί να διατηρηθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Αυτός είναι ο πυρήνας της ενσίρωσης: γρήγορη δημιουργία αναερόβιων συνθηκών και σωστή ζύμωση.
Γιατί κάνουμε ενσίρωμα
Ο βασικός στόχος είναι να μεταφέρουμε την παραγωγή ζωοτροφής από μια περίοδο αφθονίας σε μια περίοδο έλλειψης.
Με σωστή ενσίρωση μπορούμε να:
κρατήσουμε μεγάλη ποσότητα χλωρής τροφής για τον χειμώνα,
μειώσουμε την εξάρτηση από αγοραζόμενες ζωοτροφές,
αξιοποιήσουμε καλλιέργειες σε κατάλληλο στάδιο ωρίμανσης,
και αποφύγουμε μέρος των προβλημάτων που δημιουργεί ο καιρός κατά την παραγωγή σανού.
Η FAO επισημαίνει ότι η ενσίρωση αποτελεί βασικό τρόπο διατήρησης χορτονομής για περιόδους κατά τις οποίες η διαθέσιμη βοσκή μειώνεται.
Ποια φυτά μπορούν να ενσιρωθούν
Πολλές διαφορετικές καλλιέργειες μπορούν να χρησιμοποιηθούν.
Μεταξύ αυτών:
καλαμπόκι,
χόρτα και αγρωστώδη,
βρώμη,
κριθάρι και άλλα σιτηρά,
μηδική,
τριφύλλια,
βίκος και άλλα ψυχανθή,
μίγματα σιτηρών και ψυχανθών.
Η FAO αναφέρει ότι καλαμπόκι, αγρωστώδη, ψυχανθή, σιτάρι και μηδική μπορούν να συντηρηθούν με ενσίρωση.
Δεν ενσιρώνονται όμως όλα το ίδιο εύκολα
Για να γίνει καλή ζύμωση, το φυτικό υλικό χρειάζεται επαρκή ποσότητα ζυμώσιμων σακχάρων.
Το καλαμπόκι έχει σχετικά υψηλή περιεκτικότητα σε υδατάνθρακες και γενικά ενσιρώνεται εύκολα.
Αντίθετα, πολλά ψυχανθή όπως η μηδική έχουν:
λιγότερα διαθέσιμα σάκχαρα,
μεγαλύτερη ρυθμιστική ικανότητα,
και δυσκολεύουν περισσότερο τη γρήγορη πτώση του pH.
Γι' αυτό τα ψυχανθή συχνά χρειάζονται καλύτερη διαχείριση, προμάρανση ή ανάμιξη με καλλιέργειες πλουσιότερες σε υδατάνθρακες.
Το πρώτο κρίσιμο σημείο: η υγρασία
Αν το υλικό είναι υπερβολικά υγρό, αυξάνεται ο κίνδυνος ανεπιθύμητων ζυμώσεων και απωλειών με υγρά εκροής.
Αν είναι υπερβολικά ξηρό, δυσκολεύεται η συμπίεση και μένει περισσότερος αέρας μέσα στη μάζα.
Κλασικές οδηγίες της FAO τοποθετούν την κατάλληλη ξηρά ουσία για πολλά ενσιρώματα περίπου στο 25–35%, αν και η σωστή τιμή εξαρτάται από το φυτό και το σύστημα αποθήκευσης.
Προσοχή:
Το «25–35% ξηρά ουσία» είναι γενικό εύρος και όχι συνταγή για κάθε καλλιέργεια. Το καλαμπόκι, η μηδική και ένα μίγμα βίκου-βρώμης δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο.
Το δεύτερο κρίσιμο σημείο: σωστό στάδιο συγκομιδής
Η ποιότητα του ενσιρώματος δεν μπορεί να είναι καλύτερη από την ποιότητα της καλλιέργειας που μπήκε στον σιλό.
Αν το φυτό συγκομιστεί πολύ αργά:
αυξάνονται οι ίνες,
μειώνεται η πεπτικότητα,
και πέφτει η διατροφική αξία.
Η Teagasc τονίζει ότι για καλής ποιότητας ενσίρωμα χόρτου πρέπει να συγκομίζεται νεαρό, φυλλώδες υλικό πριν προχωρήσει υπερβολικά η ωρίμανση.
Το τρίτο κρίσιμο σημείο: τεμαχισμός και συμπίεση
Μετά τη συγκομιδή πρέπει να αφαιρεθεί όσο γίνεται περισσότερος αέρας.
Αυτό επιτυγχάνεται με:
σωστό τεμαχισμό,
καλή κατανομή του υλικού,
ισχυρή συμπίεση,
και άμεσο, αεροστεγές κλείσιμο.
Όσο περισσότερος αέρας παραμένει, τόσο μεγαλύτερος είναι ο κίνδυνος ανάπτυξης ζυμών, μυκήτων και θέρμανσης.
Γιατί ο αέρας είναι ο εχθρός
Στην αρχή της ενσίρωσης θέλουμε να καταναλωθεί γρήγορα το οξυγόνο που υπάρχει μέσα στη μάζα.
Αργότερα, όταν ανοίξει ο σιλός ή η μπάλα, ο αέρας ξαναμπαίνει και αρχίζει η λεγόμενη αερόβια αλλοίωση.
Μπορεί τότε να παρατηρηθούν:
θέρμανση,
μούχλα,
άσχημη οσμή,
μείωση της θρεπτικής αξίας.
Η FAO συστήνει να περιορίζεται όσο γίνεται η εκτεθειμένη επιφάνεια και το υλικό που βγαίνει από τον σιλό να καταναλώνεται γρήγορα.
Ενσίρωμα καλαμποκιού
Το καλαμπόκι είναι ίσως η πιο γνωστή καλλιέργεια ενσίρωσης.
Πλεονεκτεί επειδή:
δίνει υψηλή παραγωγή ξηρής ουσίας,
έχει πολλά ζυμώσιμα σάκχαρα,
ενσιρώνεται σχετικά εύκολα,
και έχει υψηλή ενεργειακή αξία.
Το μειονέκτημά του είναι ότι δεν αποτελεί από μόνο του πλήρες σιτηρέσιο.
Το AHDB τονίζει ότι το ενσίρωμα καλαμποκιού μπορεί να είναι χρήσιμο για πρόβατα, αλλά στις έγκυες προβατίνες πρέπει να συνδυάζεται με επαρκή πρωτεΐνη και σωστή ανόργανη συμπλήρωση.
Ενσίρωμα βίκου και σιτηρών
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον για ελληνικές συνθήκες έχουν τα μίγματα ψυχανθών και σιτηρών.
Για παράδειγμα:
βίκος + βρώμη,
βίκος + κριθάρι,
μπιζέλι + σιτηρό.
Το ψυχανθές αυξάνει την πρωτεϊνική αξία, ενώ το σιτηρό μπορεί να προσθέσει:
ξηρή ουσία,
υδατάνθρακες,
καλύτερη δυνατότητα ζύμωσης.
Η FAO αναφέρει ότι η ανάμιξη ψυχανθών με δημητριακά μπορεί να βοηθήσει σημαντικά την επιτυχία της ενσίρωσης, ιδιαίτερα όταν το ψυχανθές από μόνο του έχει χαμηλά επίπεδα υδατοδιαλυτών σακχάρων.
Ενσίρωμα μηδικής
Η μηδική έχει υψηλή θρεπτική αξία, αλλά είναι δυσκολότερη στην ενσίρωση από το καλαμπόκι.
Ο λόγος είναι ότι έχει:
πολλά πρωτεϊνικά και ανόργανα συστατικά,
μεγάλη ρυθμιστική ικανότητα,
και σχετικά λίγα εύκολα ζυμώσιμα σάκχαρα.
Γι' αυτό συνήθως απαιτεί σωστή προμάρανση και πολύ καλή συμπίεση.
Χρειάζονται πρόσθετα;
Υπάρχουν διάφορα πρόσθετα ενσίρωσης:
βακτηριακά εμβόλια,
ένζυμα,
μελάσα,
πηγές σακχάρων,
και άλλα συντηρητικά.
Δεν είναι όμως απαραίτητα σε κάθε περίπτωση.
Η επιτυχία ξεκινά πάντα από:
καλό φυτικό υλικό,
σωστή υγρασία,
σωστό τεμαχισμό,
καλή συμπίεση,
και αποκλεισμό του αέρα.
Σε υλικά με χαμηλή περιεκτικότητα σε σάκχαρα, η προσθήκη κατάλληλης πηγής υδατανθράκων μπορεί να βοηθήσει τη γαλακτική ζύμωση.
Πώς φαίνεται ένα καλό ενσίρωμα
Ένα σωστά παρασκευασμένο ενσίρωμα συνήθως έχει:
ευχάριστη όξινη οσμή,
χωρίς εμφανή μούχλα,
χωρίς σαπίλα,
χωρίς έντονη θέρμανση,
και σχετικά ομοιόμορφη δομή.
Η εμφάνιση και η μυρωδιά βοηθούν, αλλά δεν μπορούν να αντικαταστήσουν την εργαστηριακή ανάλυση.
Γιατί χρειάζεται ανάλυση
Δύο ενσιρώματα που μοιάζουν μπορεί να έχουν εντελώς διαφορετική:
ξηρά ουσία,
πρωτεΐνη,
ενέργεια,
πεπτικότητα,
pH.
Το AHDB τονίζει ότι η αξία των συντηρημένων ζωοτροφών μπορεί να διαφέρει πολύ ακόμη και ανάμεσα σε διαφορετικές παρτίδες της ίδιας χρονιάς, γι' αυτό η ανάλυση είναι βασική πριν υπολογιστεί η συμπληρωματική τροφή.
Μπορούν τα πρόβατα να τρώνε ενσίρωμα;
Ναι.
Το σωστά παρασκευασμένο ενσίρωμα μπορεί να αποτελέσει πολύ καλή χονδροειδή ζωοτροφή για:
έγκυες προβατίνες,
γαλακτοπαραγωγές προβατίνες,
ζώα συντήρησης,
και άλλες κατηγορίες ζώων, ανάλογα με το σιτηρέσιο.
Η ποσότητα όμως δεν μπορεί να δοθεί γενικά, γιατί εξαρτάται από το είδος του ενσιρώματος και τη θρεπτική του αξία.
Ποιότητα ενσιρώματος και συμπυκνωμένη τροφή
Εδώ υπάρχει μεγάλο οικονομικό ενδιαφέρον.
Έρευνα της Teagasc σε προβατίνες έδειξε ότι όσο αυξανόταν η πεπτικότητα του ενσιρώματος, τόσο βελτιωνόταν η σωματική κατάσταση των προβατίνων και το βάρος γέννησης των αρνιών.
Στα πειράματα που αναφέρει η Teagasc, κάθε αύξηση κατά 5 ποσοστιαίες μονάδες στην πεπτικότητα του ενσιρώματος συσχετίστηκε με περίπου 6,5 κιλά μεγαλύτερο σωματικό βάρος της προβατίνας μετά τον τοκετό και περίπου 0,25 κιλά μεγαλύτερο βάρος γέννησης του αρνιού.
Το βασικό μήνυμα δεν είναι ότι θα συμβεί ακριβώς το ίδιο σε κάθε ελληνικό κοπάδι. Είναι ότι ένα καλό ενσίρωμα μπορεί να μειώσει σημαντικά την ανάγκη για ακριβότερη συμπληρωματική τροφή.
Το μεγαλύτερο λάθος: μουχλιασμένο ενσίρωμα
Μουχλιασμένο ή εμφανώς αλλοιωμένο ενσίρωμα δεν πρέπει να δίνεται στα ζώα.
Η κακή συντήρηση μπορεί να ευνοήσει ανεπιθύμητους μικροοργανισμούς και να μειώσει τόσο την ασφάλεια όσο και την απόδοση της ζωοτροφής.
Το AHDB επισημαίνει ειδικά ότι τα πρόβατα είναι ευαίσθητα σε προβλήματα από αλλοιωμένο και μουχλιασμένο ενσίρωμα.
Προσοχή στη λιστερίωση
Στα πρόβατα η κακή ποιότητα ενσιρώματος έχει συσχετιστεί ιδιαίτερα με αυξημένο κίνδυνο λιστερίωσης.
Ο κίνδυνος είναι μεγαλύτερος όταν υπάρχουν:
χώμα μέσα στη φυτική μάζα,
κακή ζύμωση,
αλλοίωση από αέρα,
υψηλό pH,
ή εμφανής μούχλα και σαπίλα.
Γι' αυτό η καθαρή συγκομιδή και η σωστή ζύμωση είναι θέμα όχι μόνο διατροφής αλλά και υγείας.
Μπάλα ή σιλό;
Η ενσίρωση μπορεί να γίνει:
σε τάφρο ή bunker silo,
σε σωρό καλά συμπιεσμένο και καλυμμένο,
σε τυλιγμένες μπάλες,
ή σε ειδικούς σάκους.
Δεν υπάρχει μία λύση για όλους.
Οι μπάλες προσφέρουν ευελιξία σε μικρότερες ποσότητες, ενώ ο μεγάλος σιλός μπορεί να είναι αποδοτικότερος όταν υπάρχει μεγάλη παραγωγή και καθημερινή κατανάλωση.
Τα 7 βασικά βήματα για καλό ενσίρωμα
Επιλέγουμε κατάλληλο φυτό και στάδιο συγκομιδής.
Ελέγχουμε την υγρασία.
Αποφεύγουμε χώμα και λάσπη στο υλικό.
Τεμαχίζουμε σωστά.
Συμπιέζουμε όσο γίνεται καλύτερα.
Κλείνουμε αμέσως και αεροστεγώς.
Μετά το άνοιγμα περιορίζουμε την επαφή με τον αέρα.
Το βασικό:
Το καλό ενσίρωμα δεν δημιουργείται μέσα στον σιλό από κακή πρώτη ύλη.
Η ποιότητα ξεκινά από το χωράφι και κρίνεται από το στάδιο συγκομιδής,
την υγρασία, τη συμπίεση και κυρίως τον αποκλεισμό του αέρα.
Συχνές ερωτήσεις
Είναι το ενσίρωμα καλύτερο από τον σανό;
Όχι πάντα. Είναι διαφορετικός τρόπος συντήρησης. Η απάντηση εξαρτάται από το φυτό, την ποιότητα, τις καιρικές συνθήκες, τον εξοπλισμό και τις ανάγκες του κοπαδιού.
Μπορεί να γίνει ενσίρωμα από βίκο;
Ναι. Συχνά έχει ενδιαφέρον και σε μίγμα με βρώμη ή άλλο σιτηρό, επειδή το σιτηρό βοηθά στη ζύμωση και προσθέτει ενέργεια και ξηρά ουσία.
Μπορεί να γίνει ενσίρωμα μηδικής;
Ναι, αλλά είναι πιο απαιτητικό επειδή η μηδική ενσιρώνεται δυσκολότερα από το καλαμπόκι και συνήθως χρειάζεται σωστή προμάρανση.
Πότε μπορεί να δοθεί στα ζώα;
Η ζύμωση χρειάζεται χρόνο για να σταθεροποιηθεί. Η FAO αναφέρει ότι πολλά ενσιρώματα μπορούν να αρχίσουν να χρησιμοποιούνται μετά από περίπου 6–7 εβδομάδες, εφόσον έχει γίνει σωστή ενσίρωση.
Χρειάζεται ανάλυση;
Αν το ενσίρωμα αποτελεί σημαντικό μέρος του σιτηρεσίου, ναι. Η ανάλυση επιτρέπει να υπολογιστεί σωστά πόση επιπλέον ενέργεια, πρωτεΐνη και μεταλλικά στοιχεία χρειάζονται.
Συμπέρασμα
Το ενσίρωμα μπορεί να είναι ένα από τα σημαντικότερα εργαλεία μιας προβατοτροφικής εκμετάλλευσης για τη χειμερινή διατροφή.
Το μεγαλύτερο πλεονέκτημά του είναι ότι επιτρέπει να συντηρηθεί μεγάλη ποσότητα χλωρής ζωοτροφής και να αξιοποιηθεί όταν η βοσκή δεν επαρκεί.
Η επιτυχία όμως δεν εξαρτάται μόνο από το ποιο φυτό θα καλλιεργήσουμε. Εξαρτάται από το πότε θα το κόψουμε, με πόση υγρασία θα το αποθηκεύσουμε, πόσο καλά θα το συμπιέσουμε και αν θα καταφέρουμε να κρατήσουμε τον αέρα έξω.
Τα κτηνοτροφικά φυτά δεν είναι μόνο ο βίκος, το ρόβι ή η μηδική.
Στην πράξη περιλαμβάνουν ψυχανθή, αγρωστώδη, κτηνοτροφικά σιτηρά,
θερινές καλλιέργειες, ριζώδη και σταυρανθή φυτά, καθώς και μίγματα
που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για βόσκηση, σανό, χλωρή νομή,
ενσίρωση ή παραγωγή καρπού.
Ο στόχος αυτού του οδηγού είναι να λειτουργεί ως
κεντρικός χάρτης των κτηνοτροφικών φυτών για πρόβατα:
τι υπάρχει, πού χρησιμοποιείται κάθε ομάδα και ποια φυτά αξίζει να γνωρίζει
ο Έλληνας προβατοτρόφος πριν αποφασίσει τι θα καλλιεργήσει ή τι θα αγοράσει.
Το βασικό:
Δεν υπάρχει ένα «καλύτερο» κτηνοτροφικό φυτό για όλες τις εκμεταλλεύσεις.
Η επιλογή εξαρτάται από το έδαφος, το νερό, το κλίμα, τον χρόνο σποράς,
τον τρόπο συγκομιδής και κυρίως από το αν θέλουμε
βόσκηση, σανό, ενσίρωμα ή καρπό.
Πρόβατα σε σύστημα βόσκησης με κτηνοτροφικά φυτά.
Φωτογραφία: Savanna Institute / Wikimedia Commons –
CC BY-SA 4.0
.
Τι εννοούμε με τον όρο «κτηνοτροφικά φυτά»;
Κτηνοτροφικό φυτό είναι μια καλλιέργεια που προορίζεται ολικά ή κατά κύριο λόγο
για τη διατροφή των ζώων. Μπορεί να αξιοποιηθεί:
με άμεση βόσκηση,
ως χλωρή νομή,
ως σανός,
ως ενσίρωμα,
ως καρπός,
ή ως μέρος μίγματος με άλλα φυτά.
Για αυτό τα κτηνοτροφικά φυτά δεν πρέπει να ταυτίζονται μόνο με τα ψυχανθή.
Στην ίδια μεγάλη οικογένεια χρήσεων ανήκουν επίσης αγρωστώδη, σιτηρά,
θερινά φυτά και ορισμένα ριζώδη ή σταυρανθή.
1. Ψυχανθή: η βασική ομάδα για πρωτεΐνη και αμειψισπορά
Τα ψυχανθή έχουν μεγάλη αξία επειδή μπορούν να δώσουν ζωοτροφή
με σχετικά υψηλή περιεκτικότητα σε πρωτεΐνη και ταυτόχρονα
να δεσμεύουν ατμοσφαιρικό άζωτο μέσω των συμβιωτικών βακτηρίων στις ρίζες.
Ρόβι – Vicia ervilia
Παλιό μεσογειακό ψυχανθές, προσαρμοσμένο σε ξηρικές συνθήκες.
Χρησιμοποιείται κυρίως για καρπό και ζωοτροφή μηρυκαστικών και έχει ενδιαφέρον
όπου ζητείται παραγωγή πρωτεΐνης μέσα στην ίδια την εκμετάλλευση.
Βίκος – Vicia sativa
Ένα από τα σημαντικότερα κτηνοτροφικά ψυχανθή στην Ελλάδα.
Μπορεί να χρησιμοποιηθεί για χλωρή νομή, βόσκηση, σανό,
ενσίρωση ή παραγωγή σπόρου. Συχνά καλλιεργείται σε μίγμα
με βρώμη, κριθάρι ή τριτικάλε.
Κτηνοτροφικό μπιζέλι
Μπορεί να χρησιμοποιηθεί για καρπό, χλωρή μάζα ή σε μίγμα με σιτηρό.
Έχει ενδιαφέρον ως εγχώρια πηγή πρωτεΐνης και ενέργειας.
Κτηνοτροφικό κουκί
Χρησιμοποιείται κυρίως για τον καρπό και μπορεί να αποτελέσει
μέρος ενός σχεδίου παραγωγής πρωτεϊνούχων ζωοτροφών στην εκμετάλλευση.
Λούπινο
Ο καρπός του μπορεί να έχει υψηλή περιεκτικότητα σε πρωτεΐνη.
Για ζωοτροφή όμως χρησιμοποιούνται κατάλληλες «γλυκές» ποικιλίες
με χαμηλά επίπεδα αλκαλοειδών.
Μηδική
Από τα σημαντικότερα πολυετή κτηνοτροφικά φυτά.
Χρησιμοποιείται κυρίως για σανό, χλωρή νομή και, σε ορισμένα συστήματα,
για βόσκηση. Έχει υψηλή πρωτεΐνη και ασβέστιο και αποτελεί βασική
χονδροειδή ζωοτροφή για γαλακτοπαραγωγές προβατίνες.
Στα κτηνοτροφικά τριφύλλια περιλαμβάνονται πολλά είδη,
όπως λευκό, ερυθρό/κόκκινο, αλεξανδρινό, υπόγειο και άλλα.
Μπορούν να συμμετέχουν σε καθαρές καλλιέργειες ή σε μίγματα
με αγρωστώδη και να αυξήσουν την πρωτεΐνη της βοσκήσιμης ύλης.
Άλλα ψυχανθή που αξίζει να γνωρίζουμε
Σούλα – μεσογειακό πολυετές ψυχανθές με ενδιαφέρον για χορτονομή και βόσκηση.
Ονοβρυχίδα (sainfoin) – ενδιαφέρουσα για ξηρικά και ασβεστούχα εδάφη.
Λωτός (Lotus) – χρήσιμος σε ορισμένα μίγματα λειμώνων.
Μελίλωτος – ψυχανθές με ειδικές απαιτήσεις και ιδιαίτερα χαρακτηριστικά χρήσης.
Λαθούρι – παλιό μεσογειακό ψυχανθές με πιθανή χρήση για καρπό.
Τριγωνέλλα – μπορεί να αξιοποιηθεί ως κτηνοτροφικό ψυχανθές σε κατάλληλα συστήματα.
Προσοχή:
Η υψηλή πρωτεΐνη ενός ψυχανθούς δεν σημαίνει ότι μπορεί να αντικαταστήσει
κιλό προς κιλό τη σόγια ή άλλη πρωτεϊνούχα ζωοτροφή.
Χρειάζεται να γνωρίζουμε πρωτεΐνη, ενέργεια, ίνες, υγρασία,
αντιδιατροφικούς παράγοντες και τη συνολική σύνθεση του σιτηρεσίου.
2. Κτηνοτροφικά αγρωστώδη
Τα αγρωστώδη είναι βασικό συστατικό λειμώνων και χορτονομής.
Δίνουν κυρίως ξηρά ουσία και ίνες και μπορούν να χρησιμοποιηθούν
μόνα τους ή μαζί με ψυχανθή.
Λόλιο / Ryegrass
Υπάρχουν ετήσιοι και πολυετείς τύποι. Χρησιμοποιείται ευρέως για βόσκηση,
κοπή και σε μίγματα λειμώνων.
Φεστούκα
Ανθεκτικό αγρωστώδες με ενδιαφέρον για μόνιμους ή πολυετείς λειμώνες,
ιδιαίτερα όπου χρειάζεται αντοχή σε δυσκολότερες συνθήκες.
Δακτυλίδα
Πολυετές αγρωστώδες με καλή παραγωγικότητα και χρήση σε λειμώνες
και μίγματα με ψυχανθή.
Φλέως
Χρησιμοποιείται κυρίως σε ψυχρότερες και υγρότερες συνθήκες,
συχνά σε μίγματα για σανό και βόσκηση.
Βρόμος
Ορισμένα είδη βρόμου μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως χειμερινή χορτονομή
ή σε μίγματα με ψυχανθή.
Η αύξηση των περιόδων ξηρασίας κάνει όλο και πιο ενδιαφέρουσες
τις καλλιέργειες που μπορούν να παράγουν χορτονομή μέσα στο καλοκαίρι
με μικρότερες απαιτήσεις νερού από κλασικές επιλογές.
Σόργο
Κεχρί / millet
Moha / Setaria italica
Teff
Δεν είναι όλες οι καλλιέργειες δοκιμασμένες στον ίδιο βαθμό για κάθε
ελληνική περιοχή. Η επιλογή τους πρέπει να βασίζεται σε τοπικά δεδομένα,
διαθεσιμότητα σπόρου, νερό και τρόπο αξιοποίησης.
5. Σταυρανθή και ριζώδεις ζωοτροφές
Σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες χρησιμοποιούνται φυτά που μπορούν να προσφέρουν
μεγάλη ποσότητα χλωρής βιομάζας ή ρίζας για άμεση βόσκηση ή συμπληρωματική
διατροφή.
Κτηνοτροφικό τεύτλο
Κτηνοτροφικό γογγύλι
Κτηνοτροφικό ραπανάκι
Κτηνοτροφική ελαιοκράμβη / forage rape
Κτηνοτροφικό λάχανο / kale
Οι καλλιέργειες αυτές δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως αυτόματη λύση.
Η μεγάλη περιεκτικότητα σε νερό, η γρήγορη κατανάλωση και τα ιδιαίτερα
συστατικά ορισμένων σταυρανθών απαιτούν σωστή προσαρμογή των ζώων
και ισορροπία με ξηρή χονδροειδή τροφή.
6. Μίγματα σιτηρών–ψυχανθών και πολυειδικοί λειμώνες
Σε πολλές περιπτώσεις το καλύτερο αποτέλεσμα δεν προέρχεται από ένα φυτό,
αλλά από συνδυασμό ειδών.
Κλασικά μίγματα
βίκος–βρώμη,
βίκος–κριθάρι,
βίκος–τριτικάλε,
μπιζέλι–τριτικάλε,
μπιζέλι–βρώμη,
πολυειδικά μίγματα με 2–4 ή περισσότερα είδη.
Το σιτηρό μπορεί να αυξήσει την παραγωγή ξηρής ουσίας και να λειτουργήσει
ως στήριγμα για το ψυχανθές, ενώ το ψυχανθές αυξάνει την πρωτεΐνη
και τη βιολογική δέσμευση αζώτου.
Πολυειδικοί λειμώνες
Σύγχρονα συστήματα λειμώνων μπορούν να συνδυάζουν αγρωστώδη,
ψυχανθή και άλλα πλατύφυλλα φυτά, όπως κτηνοτροφικό ραδίκι
(chicory) ή πεντάνευρο (plantain), ώστε να αυξάνεται η ανθεκτικότητα
του λειμώνα και να βελτιώνεται η εποχική κατανομή της παραγωγής.
Πώς επιλέγουμε ποιο φυτό ταιριάζει στην εκμετάλλευση;
Πριν επιλεγεί καλλιέργεια, πρέπει να απαντηθούν μερικά απλά ερωτήματα.
Η ονομασία του φυτού δεν αρκεί. Η ίδια καλλιέργεια μπορεί να δώσει
πολύ διαφορετική ζωοτροφή ανάλογα με:
ποικιλία,
στάδιο συγκομιδής,
αναλογία φύλλων και βλαστών,
υγρασία,
συνθήκες ξήρανσης ή ενσίρωσης,
αποθήκευση,
και πραγματική θρεπτική σύσταση.
Για αυτό, όταν μια ιδιοπαραγόμενη ζωοτροφή θα χρησιμοποιηθεί σε σημαντική
ποσότητα, η καλύτερη πρακτική είναι να προηγείται
ανάλυση ζωοτροφής.
Το σημαντικότερο για τον παραγωγό:
Το ζητούμενο δεν είναι να βρούμε το «πιο πρωτεϊνούχο» ή το «πιο φθηνό»
φυτό. Το ζητούμενο είναι να παράγουμε τη σωστή ζωοτροφή για το δικό μας
χωράφι και να τη χρησιμοποιούμε μέσα σε σωστά ισορροπημένο σιτηρέσιο.
Πώς συνδέεται αυτός ο οδηγός με το υπόλοιπο δίκτυο ζωοτροφών;
Τα κτηνοτροφικά φυτά αποτελούν πολύ μεγαλύτερη κατηγορία από τα κλασικά
ψυχανθή. Από ρόβι, βίκο και μηδική μέχρι λόλιο, φεστούκα, σόργο,
κτηνοτροφικά τεύτλα και πολυειδικά μίγματα, κάθε ομάδα μπορεί να έχει
διαφορετικό ρόλο μέσα στην εκμετάλλευση.
Η σωστή επιλογή δεν ξεκινά από το «ποιο φυτό δίνει περισσότερο»,
αλλά από το τι χρειάζεται το κοπάδι, τι μπορεί να παράγει το χωράφι
και με ποιον τρόπο θα αξιοποιηθεί η τελική ζωοτροφή.